Saturday, September 19, 2009

"Up", των Pete Docter και Bon Peterson


Ο κύριος Fredricksen είναι ένας μοναχικός, κατσούφης και ιδιότροπος γεράκος. Ο μικρός Russell είναι ένας υπερενθουσιώδης, ομιλητικός και υπερβολικά φιλικός πρόσκοπος. Οι δυο τους θα βρεθούν αποκλεισμένοι «ψηλά στον ουρανό», μέσα σ’ ένα ξύλινο σπίτι που, δεμένο από εκατομμύρια μπαλόνια, επιπλέει ανάμεσα στα σύννεφα με προορισμό έναν χαμένο παράδεισο κάπου στη Νότια Αμερική. Όταν κάποιες επιπλοκές του εναέριου ταξιδιού θα ρίξουν το αταίριαστο ζευγάρι στην αφιλόξενη ζούγκλα, οι δυο τους θα συναντήσουν ένα σκύλο που μιλάει, ένα θηλυκό απειλούμενο πτηνό με αρσενικό όνομα, και έναν ιδιόρρυθμο, αδίστακτο εξερευνητή που εγκατέλειψε τα εγκόσμια για να αφοσιωθεί στο έργο του. Στην προσπάθειά τους να φτάσουν στον προορισμό τους, ο κύριος Fredricksen και ο Russell θα ζήσουν μια απίστευτη περιπέτεια πέρα από κάθε φαντασία, που θα τους κάνει να συνειδητοποιήσουν ότι τα πιο όμορφα όνειρα είναι αυτά που δεν τολμήσαμε ποτέ να ονειρευτούμε.

Η καινούργια δημιουργία των θαυματοποιών της Pixar (Toy Story, Ratatouille, Wall-E) μας ταξιδεύει πίσω στην εποχή που ξεφυλλίζαμε λαίμαργα τις ιλουστρέ σελίδες των παιδικών εικονογραφημένων βιβλίων και ταξιδεύαμε με την παιδική μας φαντασία στα πιο απίθανα μέρη. Εδώ παιδιά και μεγάλοι θα γελάσουμε, θα δακρύσουμε και θα διδαχθούμε από την ιστορία αγάπης και φιλίας του γκρινιάρη κύριου Fredricksen, που πίσω από τους κακούς του τρόπους κρύβει τον ενθουσιώδη ερωτευμένο νέο που υποσχέθηκε κάποτε στην αγαπημένη του Ellie πως θα ταξιδέψουν μαζί ολόκληρο τον κόσμο, και του μικρού υπερκοινωνικού Russell που δεν είναι τίποτε άλλο από ένα ανασφαλές και παραμελημένο πιτσιρίκι που αναζητά πατρική στοργή και προσοχή.
Μια αξιαγάπητη ιστορία για την παιδική αθωότητα, τη μοναξιά της τρίτης ηλικίας, για τα όνειρα και τις ψευδαισθήσεις που μας δίνουν δύναμη κι ελπίδα να προχωράμε και για την πραγματικότητα που συχνά μας εκπλήσσει με τον πιο απροσδόκητο τρόπο, ζωγραφισμένα με το μαγικό πινέλο που μόνο η αθωότητα του κινουμένου σχεδίου μπορεί να προσφέρει.

Γιατί υπάρχουν έννοιες, συναισθήματα και στιγμές που δεν αποτυπώνονται εύκολα στις λέξεις: η ευτυχία, παραδείγματος χάριν, τη στιγμή που ένα όνειρό μας πραγματοποιείται, ή ο αγνός παιδικός ενθουσιασμός μπροστά σε μια φαντασμαγορική έκπληξη. Η ένταση μιας πρωτόγνωρης περιπέτειας, ή η αγαλλίαση που συνοδεύει μια πολυπόθητη επιβεβαίωση. Η αίσθηση πληρότητας που προσφέρει η συντροφικότητα, αλλά και η αβάσταχτη μοναξιά μιας απώλειας.
Υπάρχουν έννοιες, συναισθήματα και στιγμές που για να τις αντιληφθούμε πρέπει να ξεθάψουμε αναμνήσεις της παιδικής μας ηλικίας ή να δανειστούμε τη σοφία και την εμπειρία από άλλους που κουβαλούν χρόνια στην πλάτη τους. Να θυμηθούμε την αθωότητα που είχαμε κάποτε, και να διδαχθούμε την πείρα που θα αποκτήσουμε στο μέλλον. Ή πιο απλά, αρκεί να γνωρίσουμε τον κύριο Fredricksen και τον μικρό Russell και να ταξιδέψουμε μαζί τους «Ψηλά στον Ουρανό», κι όλες αυτές οι αξεδιάλυτες έννοιες και τα συναισθήματα θα γίνουν χρώματα κι εικόνες και χαρακτήρες και μελωδίες του πιο συγκινητικού, ξεκαρδιστικού, γλυκόπικρου και τρυφερού ταξιδιού αυτογνωσίας που θα κάνετε φέτος στη σκοτεινή αίθουσα. Περιττεύει να πω, ότι δεν πρέπει να το χάσετε.

[το κείμενο γράφτηκε για το http://www.cinemanews.gr]

Friday, February 6, 2009

"The Wrestler", του Darren Aronofsky


Μια εμπειρία εξαιρετικά επίπονη. Κυρίως όταν, βέβαια, τη βιώνεις, αλλά επίπονη κι όταν ακόμα την παρακολουθείς. Στο κατς, το άθλημα που όχι απλώς 'όλα επιτρέπονται', αλλά και τα πιο εξωφρενικά πράγματα επιβάλλονται κιόλας, το μόνο όριο είναι η ανθρώπινη αντοχή. Ανθρώπινοι σάκοι του μποξ, δέχονται απανωτά χτυπήματα με κάθε μέσο, με κάθε τρόπο και σε κάθε μέρος του σώματος προς τέρψη ενός αλλαλάζοντος κοινού που πληρώνει για να δει εν εκστάσει κομμάτια κρέατος να καταρρέουν, για να πάρει την αυτοεπιβεβαίωσή του.
Όμως δεν είναι όλα παρά μια συναλλαγή: γιατί κι αυτά τα 'κομμάτια κρέατος', είναι άνθρωποι με σώμα, που έχει όρια αντοχής, και ψυχή, που με τη σειρά της παίρνει επιβεβαίωση και αυτοπεποίθηση από το εκστασιασμένο πλήθος, που ανεξάρτητα από τους λόγους για τους οποίους το κάνει, μοιάζει να τους λατρεύει. Φωνάζει, παθιάζεται, φανατίζεται μ' αυτούς. Αυτούς τους ανθρώπους που δέχονται να ξεφτιλιστούν, να πληρωθούν για να ξεφτιλιστούν, που συμφωνούν να δημιουργήσουν μια σικέ παρακμή που διατηρείται με αναβολικά, ψεύτικα τρικ και παυσίπονα για να γίνουν οι πρωταγωνιστές της στιγμής. Για λίγα δευτερόλεπτα οι ιαχές του πλήθους θα ακούγονται μόνο γι' αυτούς.
Κι όταν όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα σώμα νεανικό, μη φθαρμένο, που το τελευταίο όριο της αντοχής δείχνει μακρινό και ακίνδυνο, όλη η παρακμή κρύβεται, εξαφανίζεται κάτω από τη χρυσόσκονη της πρόσκαιρης επιτυχίας, από τους λαμπερούς προβολείς και τις φωνές του πλήθους. Η τραγωδία όμως έρχεται όταν αγγίζονται τα όρια της αντοχής. Τα εξωτερικά όρια, που με τη σειρά τους επηρεάζουν και τα εσωτερικά.
Εκεί φαίνεται το πραγματικό σθένος του 'παλαιστή' του Darren Aronofsky που είναι ο απλά συγκλονιστικός Mickey Rourke, που μέσα από τις καταχρήσεις, τον πόνο, τα απανωτά χτυπήματα των αντιπάλων και της ζωής, συνειδητοποιεί ότι αυτή η σικέ παρακμή που περιορίζεται στα σκοινιά και τις τέσσερις γωνιές του ρινγκ είναι το μόνο μέρος που τον αποδέχεται και τον χωρά, αφού ο έξω κόσμος δεν είναι λιγότερο στημένος, ούτε λιγότερο φτηνός και ούτε βέβαια, λιγότερο σκληρός. Η ποίηση μέσα από τον πόνο και την παρακμή, σε μια ταινία που βιώνεται πραγματικά και μοιάζει να αναπνέει και να πονά μαζί με τον καταπονημένο πρωταγωνιστή της.

[το κείμενο γράφτηκε για το CinemaNews.gr]

Thursday, February 5, 2009

"The Curious Case Of Benjamin Button", του David Fincher


Τα πρώτα του κλάματα ήταν οι πονεμένες κραυγές ενός γερασμένου άντρα, τις πρώτες του συγκινήσεις τις έζησε σε γηροκομείο, το πρώτο του φιλί το έδωσε με ρυτιδιασμένο πρόσωπο. Και το τέλος της ζωής του τον βρήκε σε μια κούνια, με μωρουδιακά κλάματα να προσπαθούν να διώξουν τον πόνο του θανάτου.

Η απίστευτη ιστορία του Benjamin Button ξεκινά στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, όταν ένας πατέρας από τους πολλούς που είχαν χάσει τα παιδιά τους στον πόλεμο, θέλησε να γυρίσει πίσω το χρόνο. Θέλησε να ελέγξει το πεπρωμένο, να πείσει το χρόνο μήπως γίνει φιλεύσπλαχνος κι αλλάξει όσα είχαν συμβεί. Και δημιούργησε ένα ρολόι του οποίου οι δείκτες γυρνούσαν αντίστροφα.

Έναν αιώνα μετά, η ιστορία τελειώνει με μια γυναίκα που έχει συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί να αλλάξει το χρόνο, πως δεν μπορεί να αλλάξει το πεπρωμένο. Μια γερασμένη μητέρα, με την κόρη της στο προσκεφάλι της, προσπαθεί να ανασυνθέσει μέσα από ένα ημερολόγιο το παρελθόν, θέλοντας να προλάβει να διηγηθεί τα γεγονότα της ζωής της που δεν αλλάζουν πια, πριν μια φυσική καταστροφή έρθει με τη μανιασμένη οργή της φύσης και παρασύρει κάθε ανάμνηση.

Ένας άνθρωπος που γερνά ανάποδα. Μια εξωπραγματική ιστορία, που όμως στην καρδιά της είναι βαθύτατα πραγματική. Αληθινή, γιατί καταγράφει το αναπόφευκτο, μέσα από τη ζωή ενός ανθρώπου που φαινόταν πως μπορεί να το δαμάσει. Φευ! Αυτό που του έμαθε η διπλά αντιφατική του μάχη με το χρόνο, είναι πως δεν έχει σημασία ποιό ήταν το παρελθόν σου και πώς διαγράφεται το μέλλον σου, αλλά πώς ζεις το παρόν –αυτό που σου δίνεται και που το συνδιαμορφώνεις. Μοναδικός σε έναν κόσμο που κυλά διαφορετικά από αυτόν, ο Benjamin θα συνειδητοποιήσει ότι ο πανδαμάτωρ χρόνος λειτουργεί αμφίδρομα –μοιράζει απλόχερα στιγμές και χαράζει πληγές αδιακρίτως, σε όλους όσοι τυχαίνει και βρίσκονται να περπατούν πάνω στη λεπτή γραμμή του.

«Σκέφτομαι πως τίποτα δεν διαρκεί. Και πόσο κρίμα είναι αυτό», θα του πει κάποια στιγμή η φιλάρεσκη και ματαιόδοξη (πώς να μην είναι άλλωστε, νέα κι άφθαρτη στο σώμα) Daisy, και στη φράση της ηχεί μια γλυκόπικρη ειρωνεία, καθώς ασυναίσθητα στα λόγια της αποτυπώνει αυτό που διαρκεί για πάντα: η ζωή του Benjamin είναι διαποτισμένη από έρωτα. Από έρωτα γι’ αυτήν. Για τις στιγμές τους. Δεν έχει σημασία που ο ένας κοιτά τη ζωή από την εκκίνηση και ο άλλος από τον τερματισμό. Δεν είναι ο χρόνος που θα τους καθορίσει, αλλά η φθαρτότητα. Η ζωή του Benjamin είναι μια συνεχής πάλη ανάμεσα σ’ αυτά που η ψυχή έχει ζήσει και σ’ αυτά που το σώμα μπορεί να δεχτεί. Κι αυτή είναι μια μάχη άνιση, ιδιαίτερα όταν την πολεμάς μόνος. Έτσι, πληρώνοντας το τίμημα της νεότητας, θα ακολουθήσει τη μοίρα του, μόνος. Θα ακολουθήσει την αναπόφευκτη μοναχική διαδρομή του, όπως ακριβώς θα κάνουν στην τελευταία συγκινητική φελινική παρέλαση-αποχαιρετισμό κι όλοι οι χαρακτήρες που τον άγγιξαν με κάποιο τρόπο στη διάρκεια της ζωής του.

Γιατί παρόλη τη μεγαλεπήβολη και επική ιστορία που χαράζεται με αδρές γραμμές, στην πραγματικότητα η ζωή του Benjamin Button είναι ένα άθροισμα από μικρές, εύθραυστες ιστορίες. Από ανθρώπους και στιγμές. Όπως άλλωστε είναι οι ζωές όλων μας. Μόνο που ο Benjamin γεννήθηκε υπό ασυνήθιστες συνθήκες. Και ο μαγικός ρεαλισμός του Fincher τις έκανε πραγματικότητα.

[το κείμενο γράφτηκε για το 25th Frame]

Monday, June 30, 2008

The List 2007-08

[It's that time of the year, again. Η ώρα της μεγάλης δεκάδας. H σειρά δεν είναι αξιολογική]

«Καμιά Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους» (No Country For Old Men), των Ήθαν και Τζόελ Κοέν – Γιατί από όποια πλευρά κι αν στρίψεις το κέρμα, κάποιος θα χάσει και κάποιος θα κερδίσει. You call it, friendo.


«Sweeney Todd» (Sweeney Todd, The Demon Barber of Fleet Str.), του Τιμ Μπάρτον – Για την αιματηρή, νοσηρή, διαβολική, σκοτεινή μα και πιο ειλικρινή μπαρτονική ματιά από την εποχή του Ψαλιδοχέρη.


«Θα χυθεί αίμα» (There will be blood), του Πολ Τομας Άντερσον – Γιατί ο Πολίτης Πλέινβιου μας θύμισε τα θεμελιώδη συστατικά του κινηματογράφου και της ζωής.



«Control», του Άντον Κόρμπιν – Γιατί κάποιοι θρύλοι είναι πάνω απ’ όλα άνθρωποι -που έχασαν τον έλεγχο.


«Εσείς οι Ζωντανοί» (You, the Living), του Ρόι Άντερσον – Γιατί μέσα από την υπερβατική του ειρωνία μας θύμισε γιατί αξίζει που είμαστε ζωντανοί.



«Ρατατούης» (Ratatouille), του Μπραντ Μπερντ – Γιατί το animation δεν είναι πια παιδικό, όταν κουβαλάει ένα μυαλό τόσο απολαυστικά ενήλικο.


«Μια Φορά» (Once), του Τζον Κάρνεϊ – Γιατί τα μιούζικαλ έπαψαν να είναι αυτά που ξέραμε, για μια μόνο φορά.



«Η Δολοφονία του Τζέσε Τζέιμς από τον Δειλό Ρόμπερτ Φορντ» (The assassination of Jesse James by the Coward Robert Ford), του Άντριου Ντόμινικ – Γιατί μέσα από μια εξαιρετική κινηματογράφιση, μας απέδειξε πως ο τίτλος δεν τα λέει όλα.


«Το Σκάφανδρο και η Πεταλούδα» (Le Scaphandre et le Papillon), του Τζούλιαν Σνάμπελ – Γιατί η κατάδυση στην τραγική ιστορία του Μπομπί με βρήκε στο τέλος να ίπταμαι απελευθερωμένη ψηλά πάνω από την αίθουσα.



«Η Εξορία» (The Banishment), του Αντρέι Ζβιαγκίντσεφ – Για το σκληρό όσο και λυτρωτικό δρόμο που οδηγεί από την αποξένωση στην (αυτο)εξορία.


[..και βέβαια σας προσκαλώ να διαφωνήσετε!]

Thursday, June 26, 2008

"Chansons d' Amour", του Christophe Honoré


Εκείνος αγάπησε εκείνη. Κι αυτή αγάπησε αυτόν. Όμως εκείνη ερωτεύτηκε και μια άλλη. Κι έτσι αυτός, για να την κρατήσει, αναγκάστηκε να τις αγαπήσει και τις δυο. Όταν εκείνη πεθαίνει, εκείνος καταρρέει, κι η άλλη αναζητά να ξεχάσει τον πόνο σε άλλες αγκαλιές. Όπως κι αυτός. Την αγκαλιά ενός άλλου.
Ανορθόδοξα ερωτικά μπλεξίματα στους υπερβατικά ρεαλιστικούς δρόμους του σημερινού Παρισιού, με ήρωες ρομαντικά μποέμ πρόσωπα μιας άλλης, ονειροπόλας εποχής, μα με αληθινούς πρωταγωνιστές τα τραγούδια του συνθέτη Αλέξ Μπωπέν.
Αντί για συναίσθημα, τραγούδι, κι αντί για ερωτικά λόγια, τραγούδια της αγάπης –αυτό είναι το ιδιότυπο μιούζικαλ του Κριστόφ Ονορέ, ο οποίος, κλείνοντας το μάτι στην κληρονομιά που του έχουν αφήσει οι συμπατριώτες του σκηνοθέτες, φτιάχνει ένα αξιολάτρευτο κουβάρι σχέσεων, ένα mélange à trois (ou quatre?) με ανθρώπους που πληγώνονται, πληγώνουν, αγαπούν και αγαπιούνται με πάθος και χωρίς συμβάσεις.
Ανάλαφρα και γλυκά, παθιασμένα και ευαίσθητα, ασυνήθιστα όσα και ειλικρινή, αυτά τα ερωτικά τραγούδια που ζωγράφισε ο αντισυμβατικός Ονορέ και έντυσε ο ονειροπόλος μελωδικός Μπωπέν, κολλάνε στα χείλη και στο μυαλό. Και όταν βγείτε μετά την πρώτη προβολή, θα θέλετε να τα ξανατραγουδήσετε -και μετά από ακόμα μια ακρόαση να τα ξαναδείτε.

[και βέβαια θα θυμηθείτε και
αυτό]

Saturday, April 5, 2008

"Le ballon rouge" και "Crin-blanc", του Albert Lamorisse



«Εξημέρωσέ με». Αυτό μοιάζει να λέει το κόκκινο μπαλόνι. «Σε παρακαλώ, εξημέρωσέ με», μοιάζει να ζητά και το άσπρο άλογο. Και στις δύο περιπτώσεις, αποδέκτης της παράκλησης ένας άλλος Μικρός Πρίγκηπας.
«Τι θα πει εξημερώνω;» ρωτά ο Σαιντ Εξυπερύ στο ομώνυμο βιβλίο του. Και ο ίδιος απαντά: «Είναι κάτι που έχει ξεχαστεί από καιρό. Εξημερώνω σημαίνει δημιουργώ δεσμούς». Δεσμούς σαν την παράξενη φιλία που θα δημιουργηθεί ανάμεσα στο μικρό αγόρι και σε ένα κόκκινο μπαλόνι στους δρόμους ενός αλλοτινού Παρισιού και σαν τη ξεχωριστή σχέση που θα δημιουργηθεί ανάμεσα σ’ ένα παιδί κι ένα άσπρο ατίθασο άλογο στις παρυφές μιας λίμνης.
Δύο ταινίες που θα μπορούσαν να ειδωθούν σαν μία ενιαία παραβολή με δύο κεφάλαια πάνω στην παιδική αθωότητα που δεν χάνεται ποτέ, ακόμα κι αν συγκρουστεί με την σκληρότητα του αληθινού κόσμου. Χαρακτήρες μοναχικοί, που εξημέρωσαν και εξημερώθηκαν με κόπο, και που γι’ αυτό ακριβώς είναι ξεχωριστοί. Όμως ακριβώς αυτή η ιδιαιτερότητά τους, η παιδική απλότητά τους και η αγνότητά τους θα γίνει αντικείμενο φθόνου. Πως μπορεί να υπάρχει αθωότητα σ’ έναν κόσμο φτιαγμένο για σκληρούς; Κι έτσι, οι μικροί πρίγκηπες αυτού του κόσμου θα βρεθούν κυνηγημένοι από τους άλλους, τους σκληρούς και σοβαρούς.
Κι αν δεν καταφέρουν να σωθούν όπως στο υπέροχο, ποιητικό τελικό πέταγμα του «Κόκκινου Μπαλονιού» και βρεθούν να παλεύουν στα κύματα όπως στο «Άσπρο Άλογο», δεν χρειάζεται να ανησυχείτε. Μπορεί να εκδιώχθηκαν από αυτό τον κόσμο, αλλά είναι πάντα εκεί. Αρκεί να κοιτάξετε τα βράδια τον έναστρο ουρανό. Και μπορεί μαζί με τα αστέρια που γελούν να δείτε κι ένα πολύχρωμο σύννεφο μπαλόνια ή ακόμα ακόμα κι ένα άσπρο άλογο να καλπάζει. Είναι εκεί. Αρκεί να είστε αρκετά αθώοι για να παραδεχτείτε ότι τα βλέπετε κι εσείς.


Friday, February 29, 2008

"No country for old men", των Ethan και Joel Coen

"An aged man is but a paltry thing,
A tattered coat upon a stick, unless
Soul clap its hands and sing, and louder sing
For every tatter in its mortal dress,
Nor is there singing school but studying
Monuments of its own magnificence;
And therefore I have sailed the seas and come
To the holy city of Byzantium"



Με παρατημένη μα και σίγουρη ταυτόχρονα φωνή, ο Ed Tom μας συνοδεύει καθώς πρωτοπερπατάμε περιπλανώμενοι στην αχανή, όμως και τόσο αποπνικτική πεδιάδα του Τέξας. Από την πρώτη του φράση, το ξέρουμε. Είναι "ένα κουρέλι στο ραβδί που τον βαστά" και μιλά για "μνημεία του δικού του μεγαλείου". Τι ειρωνεία, μαύρη και σκληρή, να μιλά για το παρελθόν και να αναφέρεται σ' έναν ανήλικο δολοφόνο που σκότωσε χωρίς ίχνος πάθους. Και που, χάρη στον Ed Tom, σάπισε στην φυλακή. Ο Ed Tom μας υποδέχεται στο δικό του (παρηκμασμένο όπως αποδείχθηκε) Βυζάντιο και μας ομολογεί, παραδομένος ήδη από την αρχή και κουρασμένος να ασχοληθεί με κάτι που δεν κατανοεί: αυτός δεν είναι τόπος για τους γερασμένους. Αποδεικνύεται όμως, αρκούντως ειρωνικά, πως είναι τόπος για τους μελλοθάνατους.
Ο Llewelyn Moss από την άλλη, δείχνει συνηθισμένος στη νεκρή ξεραϊλα και στον αδυσώπητο ήλιο που μας έχει αποχαυνώσει ήδη από το πρώτο εικοσάλεπτο. Σκληροτράχηλος, μέσα κι έξω, δείχνει σίγουρος για όσα ξέρει πως μπορεί να κάνει. Και πεισματάρης. Ξέρει να στοχεύει, να κρύβεται και να μυρίζει ίχνη. Και να παίρνει τα λάφυρα που του αναλογούν. Δεν είναι ούτε καλός, ούτε κακός, ούτε ηθικός ούτε ανήθικος. Δεν είναι ούτε νέος, ούτε γέρος. Είναι όμως μελλοθάνατος. Γιατί, σε μια τυχαία στιγμή αφέλειας και απληστίας, και ίσως λίγο πείσματος, θα θελήσει να πάρει λάφυρα που δεν είναι δικά του.
Ο Anton Chigurgh, σαν γεννημένος μέσα από το ξερό, νεκρό χώμα του αποπνικτικού τοπίου που μυρίζει θάνατο, θα εμφανιστεί κατ' εντολή, μετά τα πρώτα πτώματα. Και ήδη από την πρώτη στιγμή, θα κάνει σαφείς τις διαθέσεις του. "Έχει τις αρχές του", θα ακουστεί κάποια στιγμή, αρκούντως τραγικά. Το νιώθουμε, ίσως, μα δεν το βλέπουμε ποτέ. Γιατί σκοτώνει αυτό το πλάσμα; Από τύχη; Από συνήθεια; Από ανάγκη; Κι όμως, στη μόνη σκηνή που θα μπορούσε πραγματικά να σκοτώσει από τύχη, το "τυχαίο" δεν του το επέτρεψε. Όλα τα άλλα, είναι αποστολές. Που είναι ρυθμισμένος να βγάλει εις πέρας. Σαν απεσταλμένος ενός απροσδιόριστου "κακού", ενσωματώνει μια σατανική, α-ήθικη κακία που δεν αποπνέει τίποτα το ανθρώπινο. Και που εξολοθρεύει οτιδήποτε ανθρώπινο μπει στον δρόμο της αποστολής του.

Στο διάρκεια του κυριολεκτικά ανελέητου κυνηγητού, οι τρεις κυνηγοί δε θα συναντηθούν ζωντανοί στο ίδιο καρέ. Κι όμως ακούς τα ποδοβολητά και το λαχάνιασμα κάτω από τον καυτό ήλιο, τους παλμούς της καρδιάς στο μακρόστενα σκοτεινά δωμάτια των μοτέλ. Ακούς τις τρομαχτικές σιωπές της νύχτας πίσω από τις κουρτίνες και εισπνέεις την πνιγηρή σκόνη που σηκώνουν οι αφηνιασμένες ρόδες. Βλέπεις το αίμα σχεδόν να στάζει από την οθόνη και να κυλά βασανιστικά προς το μέρος σου. Και ακούς αδιάκοπα τις ανάσες τους πίσω από την πλάτη σου. Το κοφτό λαχάνισμα του Llewelyn, τη βαριά αναπνοή του Anton, το βαριεστημένο ξεφύσημα του Ed Tom.
Μια ειρωνικά παράλογη βία (που οι πονηροί Κοέν μέσα από το κείμενο του ΜακΚάρθι στολίζουν με στάλες κατάμαυρου χιούμορ) χωρίς πραγματικό τιμωρό. Και σκοπό. Τα λεφτά χάνουν από ένα σημείο και μετά τη σημασία τους. Αλλά και η επιβίωση ακόμα, το ίδιο. "You know how this is going to turn out, don't you?" θα ψιθυρίσει η απόκοσμη φωνή στο τηλέφωνο. Ο Moss όμως συνεχίζει από ξεροκέφαλο αφελές πείσμα, ο Chighurg από εσωτερική επιθυμία και ο σερίφης από εξωτερική υποχρέωση. Όταν το κυνηγητό τελειώσει, με την αναπόφευκτη κατάληξη, το ματωμένο τοπίο δεν μοιάζει αταίριαστο. Είναι σαν προεξαναγγελθείσα είδηση. Και θυμίζει τον αρχικό, ξερό τόπο του "εγκλήματος" που τα νεκρά κορμιά έμοιαζαν σαν φυσική συνέχεια της νεκρής πεδιάδας.
Το τέλος βέβαια, δε θα έρθει τόσο γρήρορα κι ούτε θα είναι τόσο απλό. Και βέβαια, καθόλου λυτρωτικό. Για κανέναν, όπως θα περιγράψει εύγλωττα αλλά και τραγικά ο Ed Tom μέσα από τα όνειρά του, αποσυρμένος πια από μια πατρίδα που δεν έχει χώρο για τους απόκληρούς της. Όποιοι κι αν είναι αυτοί.



"That is no country for old men. The young
In one another's arms, birds in the trees -
Those dying generations - at their song,
The salmon-falls, the mackerel-crowded seas,
Fish, flesh, or fowl, commend all summer long
Whatever is begotten, born, and dies.
Caught in that sensual music all neglect
Monuments of unageing intellect"

...Just call it, friendo

Tuesday, February 5, 2008

Dans le port de Rotterdam

[Rotterdam, 25-27 Ιανουαρίου. Ένα report αρκετά καθυεστερημένο]



Το πρωινό ήταν τόσο μελαγχολικό και πνιγηρό, σκεπασμένο με πυκνή ομίχλη, που με έδιωχνε επιτακτικά. Ποιος άλλος λοιπόν ο προορισμός μου για αυτό το μουντό σαββατοκύριακο, εκτός το «φεστιβαλικό» μεγάλο λιμάνι της Ολλανδίας;
Εξαιτίας της ομίχλης. Αυτή ήταν λοιπόν η καταλυτική αφορμή χάρη στην οποία βρέθηκα, απροσδόκητα, στο Ρότερνταμ. Ο πραγματικός βέβαια λόγος δεν ήταν άλλος από τις ταινίες. Η απόφαση ήταν αστραπιαία και καθώς το τραίνο διέσχιζε την επίπεδη πεδιάδα του Βελγίου, το μυαλό μου έτρεχε ήδη στις τεράστιες, όπως φημίζεται, προβλήτες με τους γερανούς και τα αραγμένα πλοία που φορτώνουν και ξεφορτώνουν εμπορεύματα. Στο περίφημο Μεγάλο Λιμάνι.
Ένα λιμάνι που τελικά ελάχιστα είδα μιας και η καρδιά του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ χτυπάει στο κέντρο της πόλης, στο κεντρικό κτήριο Doelen, στους πολυκινηματογράφους Pathe και στις αίθουσες Luxor, Cinerama και Vester, που βρίσκονται όλα μακριά από το λιμάνι. Οι κινηματογραφικοί εξουθενωτικοί ρυθμοί δε με άφησαν ωστόσο να σκεφτώ τη θάλασσα για πολύ. Το πρόγραμμα ατελείωτο, τα τμήματα, διαγωνιστικά και μη, πολλά. Ο χρόνος μου ελάχιστος. Πολλοί από τους τίτλους μου ήταν ήδη γνωστοί. Ταινίες από τις Νύχτες Πρεμιέρας («Τα Νούφαρα» που πήραν το βραβείο κοινού στο αθηναϊκό φεστιβάλ το Σεπτέμβριο, παραδείγματος χάριν), ακόμα περισσότερες από το τελευταίο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης («Cargo 200», «Continental», «Tricks», κ.α.) αλλά και «μεγάλες» ταινίες που ήδη προβάλλονται ή προβλήθηκαν στην Ελλάδα ή σε μεγάλα διεθνή φεστιβάλ («Περσέπολις», «Juno», «Εσείς οι ζωντανοί» "Paranoid Park"κ.α.) φιγουράριζαν στο πρόγραμμα και στις αφίσες στους χώρους του φεστιβάλ. Με πολλές από τις προβολές να είναι ήδη πλήρεις και με τον κόσμο να αυξάνεται καθώς προχωρούσε η ώρα, κάπου ανάμεσα σε ατελείωτες ουρές και περιλήψεις των έργων στα ολλανδικά, βρέθηκα με τα εισιτήρια στα χέρια. Στο μεταξύ, ο ζωογόνος Τ., η υπέροχη Α., ο "μεγάλος" Χ. και ο χαμηλών τόνων Γ. είχαν φροντίσει για τα πάντα (ευχαριστώ τόσο πολύ!).
Οι εικόνες που πρόλαβα να δω ήταν ενδιαφέρουσες, μα ομολογουμένως όχι εντυπωσιακές. Το κινέζικο "The Summer Solstice" ήταν χαμένο κάπου ανάμεσα στην πολυλογία για την ζωή, τον Μάο, ένα δράμα τραβηγμένο από τα μαλλιά και αρκετά κακές ερμηνείες, ενώ το Γιαπωνέζικο "This world of ours" παρόλο που έδειξε έναν εξαιρετικά ταλαντούχο σκηνοθέτη, έκανε τεράστιες κοιλιές ανάμεσα σε, ομολογουμένως, εξαιρετικά 5λεπτα. Το "Κουρδιστό Πορτοκάλι" made in Japan, είχε σίγουρα πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία, αλλά δεν κατάφερε να ξεφύγει από μια εφηβική επαναστατικότητα χωρίς προορισμό. Το γλυκύτατο "It's hard to be nice" διαδραματίζεται στη σημερινή Σερβία των μικροαπατεώνων και της πονηριάς, μιας χώρας που προσπαθεί, σαν τον κουτοπόνηρο καλοκάγαθο πρωταγωνιστή της, να ξεφύγει από το "βρώμικο" παρελθόν της και να ορθοποδήσει. Γλυκόπικρη και ευαίσθητη, με εξαιρετική φωτογραφία, θύμισε την Ελλάδα του '50, και με ταξίδεψε νοσταλγικά. Το γαλλικό "57000 km entre nous" είχε επίσης ενδιαφέρον, παρά την κουραστική του κάμερα στο χέρι, κάνοντας ένα σχόλιο στην ιντερνετική κοινωνία που ζει μέσα από οθόνες και αυτοεπιβεβαιώνεται μέσα από το YouTube. Στην καρδιά του, βρισκόταν ένα συγκινητικό ερωτικό δράμα, αλλά οι δευτερεύοντες χαρακτήρες ήταν αυτοί που τραβούσαν, λανθασμένα, την προσοχή. Παρά τις πολλές αδυναμίες του, βρέθηκα, μέρες μετά να σκέφτομαι τα παιχνίδια και της διαδρομές αυτού του έργου. Την προσοχή μου τράβηξε, και δικαίως από ότι φάνηκε από την τελική βράβευσή του, το "Go with Peace Jamil" ένα δυνατό δράμα, με πολύ δράση και ακόμα περισσότερη ανθρωπιά. Ο Τζαμίλ, κάπου σε μια απροσδιόριστη χώρα της Μέσης Ανατολής, βρίσκεται εν μέσω μιας θανατηφόρας βεντέτας. Αφορμή, μια παλιά δολοφονία. Βαθύτερη αιτία, οι θρησκευτικές διαφορές. Ή μήπως αυτή ήταν η αφορμή και άλλη η αιτία; Εξαιρετική φωτογραφία, με κοντινά πλάνα στα ηλικοκαμμένα πρόσωπα των υποψήφιων δολοφόνων που εκόντες άκοντες παρασύρονται σε ένα κύκλο θανάτου. Εξαιτίας του ήλιου..
Την προσοχή φάνηκαν να τραβούν και το πολυδιαφημισμένο εκεί "TBS" (εγχώριο προϊόν γαρ), αλλά καλά λόγια ακούστηκαν και για την, κατά πως φαίνεται, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα "Ιστορία 52" του Αλέξη Αλεξίου.
Τόσο λίγο κι όμως τόσο πολύ. Πριν προλάβω να γευτώ εικόνες και φεστιβάλ, βρισκόμουν ήδη στο τραίνο της επιστροφής. Όμως το μυαλό κι η καρδιά μου είχαν μείνει "dans le port de Rotterdam", παραλλάσοντας τον αγαπημένο Brel...
Και του χρόνου.

Friday, January 18, 2008

"Trois Couleurs", του Krzysztof Kieslowski



Bleu [Liberté?] : Απώλεια, παραίτηση και θάνατος -κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ο κόσμος γύρω γίνεται εχθρός, η αγάπη πόνος και προδοσία, η ανάμνηση πληγή ανοιχτή και η ζωή άχθος ασήκωτο. Πως απελευθερώνεσαι από τη σκιά μιας ζωής που είναι μόνο βάρος; Η Julie επιλέγει να κλειστεί ερμητικά, να απαρνηθεί τα πάντα, ανθρώπους και συναισθήματα, για να νιώσει ελεύθερη από τη δέσμευση που κατέληξε να είναι η σχέση με τους άλλους. Όμως ο άνθρωπος είναι μισός χωρίς τον άλλον. Σαν την ανολοκλήρωτη συμφωνία του Patrice που μιλά για την αγάπη και την ένωση, μα μένει μετέωρη, μ'ένα σπαρακτικό μοτίβο να επαναλαμβάνεται ικετευτικά και να αποζητά επίμονα το τελευταίο του μέρος. Που θα έρθει, ανέλπιστα, όταν η Julie θα βρει το σωστό δρόμο για την πραγματική απελευθέρωση. Μια ταινία για την ελευθερία; Περισσότερο, μια ταινία για την αγάπη.

Blanc [Égalité?]: Μια σχέση άνιση. Ο Karol αγαπά, έχει ανάγκη, λατρεύει. Η Dominique δεν αντέχει άλλο. Τον σπρώχνει μακριά, τον διώχνει, δεν έχει άλλα αποθέματα αγάπης. Ο Karol μόνος, ξένος στη σχέση του, ξένος στη χώρα που τον φιλοξενεί, κάνει μαθήματα μήπως μάθει τη γλώσσα, μήπως μάθει να αγαπά με άλλο τρόπο. Μόνος με μια βαλίτσα στην χιονισμένη πατρίδα του, κι εκείνη στην άλλη άκρη του ακουστικού να τον πληγώνει. Ποιός είπε οτι όλοι στην αγάπη είναι ίσοι; O Karol το ελπίζει, το πιστεύει, και δε θα το βάλει κάτω μέχρι να πληρωθεί με το νόμισμα που πιστεύει πως του αξίζει. Μια ταινία για την ισότητα; Περισσότερο, μια ταινία για την ελπίδα.

Rouge [Fraternité?]: Μπορεί το γλυκό φως της ευαίσθητης Valentine να ζεστάνει το ψυχρό σκοτάδι του κυνικού γέρου Δικαστή; Συνειδητά αποσυρμένος από μια ζωή που τον πλήγωσε, ζει λανθάνων, χωρίς να ζει, κρυφακούγοντας και επικρίνοντας τις ζωές των άλλων. Συμπτώσεις απανωτές σαν προδιαγεγραμμένα παιχνίδια της μοίρας, θα ανοίξουν μια χαραμάδα στην πόρτα του δικαστή και η Valentine θα προχωρήσει διακριτικά, μα επίμονα μέσα στην καρδιά του. Και ο νεαρός φέρελπις Auguste, η τύχη τί επιφυλάσσει γι'αυτόν; Το μέλλον του είναι προδιαγεγραμμένο, και καθρεφτίζεται στα μάτια του γέρου δικαστή, ή η διαδρομή μπορεί να αλλάξει; Κι όμως μπορεί, μόνο όμως αν πιστέψει πως μπορεί να ακολουθήσει το σωστό μονοπάτι, ακόμα ίσως και αντίθετα από τα σχέδια της μοίρας. Μια ταινία για την αδερφοσύνη; Περισσότερο, μια ταινία για την πίστη.

"Νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα· μείζων δε τούτων η αγάπη".

Tuesday, January 15, 2008

Se7en + 1

[Φταίει που η πρόσκληση είναι του εκλεκτού και αγαπημένου etalon που δεν μπορώ να του αρνηθώ τίποτα. Επειδή όμως εδώ είναι κατά βάση κινηματογραφικό το περιβάλλον, παραλλάσσω λίγο τους "κανόνες".
7+1 στιγμές του 2007, μέσα από τις ταινίες που αυτές συνδυάστηκαν, για όποιο λόγο, μέσα στο μυαλό μου. Τις ταινίες, παλιές ή καινούργιες, τις γνωρίζετε. Τις στιγμές, τις κρατάω για μένα, αφήνοντάς σας μια μικρή γεύση]


1. [La Μome] Γιατί κάποιες αναμνήσεις είναι ακόμα πιο όμορφες όταν αποκτούν σάρκα και οστά. Ο χρόνος ίσως να είναι διαφορετικός, αλλά όσο παράξενο κι αν ακούγεται, το συναίσθημα μπορεί να μοιάζει πολύ..

2. [Inland Empire] Κάποιοι ερωτεύονται εύκολα, κάποιοι πιο δύσκολα. Υπάρχουν κάποιες φορές που βρίσκεις, νομίζεις, κάτι πολύ κοντά σ'αυτό που εσύ ονομάζεις τέλειο. Τότε ακόμα και ο παρανοϊκός κόσμος του Lynch μπορεί να μοιάσει ρομαντικός..

3. [The Apartement] Για έναν άνθρωπο που νόμιζε (ήλπιζε) πως θα αργήσει αρκετά να αφήσει την οικογενειακή εστία, οι μετακομίσεις πάντα μοιάζουν σκληρές. Άλλο αν οι μετακινήσεις, προκύπτουν, εκ των υστέρων, σε καλό.

4. [The Boondock Saints] Πράγματι, δεν την ήξερα την ταινία, όπως έλεγε η πρόβλεψη. Την έμαθα κι αυτή, όπως και κάτι άλλο. Μάλλον πιο σημαντικό. Και υπόσχομαι να δω και την ταινία μες στο 2008..

5. [It's a Wonderful Life] Γιατί οικογένεια, όπου κι αν βρίσκονται διασκορπισμένα τα μέλη της, δεν είναι τίποτε άλλο από τεσσερα ζευγάρια κάλτσες που προεξέχουν από την κουβέρτα στον καναπέ και τέσσερα ζευγάρια μάτια που δακρύζουν (κρυφά πάντα από τα υπόλοιπα) οταν ο χρεοκοπημένος George Bailey συνειδητοποιεί την υπέροχη ζωή του.

6. [Das Leben Der Anderen] Γιατί κάποιες φορές, δεν μας χρειάζονται οι ιαχές και οι αλαλαγμοί χαράς. Τουλάχιστον σε εμένα αρκεί αυτό το μικρό νεύμα και καταλαβαίνω την αποδοχή, όταν την έχω ανάγκη -από αυτούς, κυρίως, που το έχω ανάγκη.

7. [Little Miss Sunshine] Γιατί οι καλοκαιρινές διακοπές εκτός από ξενύχτια και μεθύσια και άλλα τέτοια (πράγματι) όμορφα, είναι να ξυπνάω από τον ήλιο που αφήνω να περάσει ανάμεσα από τα δάχτυλά μου και να με τυφλώνει.

+1. [Τhe Fountain] Γιατί οι εκπλήξεις έρχονται όταν πραγματικά δεν τις περιμένεις. Και το τέλος (που τόσο φοβάσαι μα κατά βάθος αποζητάς) δεν έρχεται τότε ειδικά που το περιμένεις μοιρολατρικά..

Friday, January 11, 2008

"The Assassination Of Jesse James By The Coward Robert Ford", του Andrew Dominik


Η ιστορία, πράγματι, εξαντλείται σε μια φράση: Ο ατρόμητος, θρυλικός παράνομος Τζέσε θα δολοφονηθεί από τον δειλό Ρόμπερτ Φορντ, μέλος της συμμορίας του. Πώς όμως αποτυπώνεται αυτή η ιστορία στο πανί και πώς κλιμακώνεται η ένταση από την αρχή μέχρι την προεξαναγγελθείσα δολοφονία;
Μια διήγηση μέσα από εικόνες και βλέμματα. Μια διαδρομή μοναχική, μέσα από ωκεανούς από σταχυα, μέσα από θολές εικόνες, σε μια Δύση που είναι άγρια λόγω της λιτότητας και της υπόγειας έντασής της κι όχι λόγω των εκκωφαντικών πυροβολισμών. Ο Τζέσε εκεί είναι ένας θρύλος όχι μόνο γιατί σκορπά τον θάνατο αλλά γιατί καλλιεργεί τον φόβο. Κι ο Ρόμπερτ Φορντ έχει μεγαλώσει με τον θρύλο αυτό. Με το δικό του είδωλο της εποχής. Τον θαυμάζει, τον ζηλεύει, τον φθονεί.
"Θέλεις να γίνεις όπως εγώ, ή θέλεις να γίνεις εγώ", τον ρωτά κάποια στιγμή ο Τζέσε, που γνωρίζει -όπως πάντα- από την αρχή τι ακριβώς πρόκειται να ακολουθήσει. Που, όπως ακριβώς καλλιεργεί το φόβο, καλλιεργεί εντελώς συνειδητά και το φθόνο. Και προετοιμάζει το έδαφος για το τέλος του. Αργά, συστηματικά και υπόκωφα ανοίγει το δρόμο για μια λυτρωτική τελικά δολοφονία από τον μικρό και ασήμαντο (μα πάντως συνειδητά επιλεγμένο), τον καταπιεσμένο, τον παραμελημένο κι ελαφρώς παράφρονα Μπομπ Φορντ που ζει για να ταυτιστεί με το είδωλό του. Που ζει για να κάνει το εγώ του Τζεσε δικό του εγώ. Και τη στιγμή που θα νιώσει πως το καταφέρνει (τη στιγμή ακριβώς που ο Τζεσε του έχει δώσει τη δυνατότητα να το πιστέψει), θα σηκώσει το όπλο εναντίον του σε μια προδιαγεγραμμένη δολοφονία - αυτοκτονία. Και που βέβαια, δε θα του δώσει πίσω τίποτα από αυτά που ήλπιζε.
Το στιγμαία σταθερό του χέρι θα αρχίσει και πάλι να τρέμει, η στιγμιαία λάμψη στο βλέμμα του θα σβήσει άμεσα και θα επανάλθει το θολό και απλανές της ανυπαρξίας και, φυσικά, η ιστορία δε θα είναι λιγοτερο αμείλικτη: Ο δειλός Ρόμπερτ Φορντ δολοφόνησε τον ηρωικό Τζέσε Τζειμς. Κι αυτή είναι η πιο σκληρή τιμωρία.

[Καλή χρονιά σε όλους!
To κείμενο, με μικρές διαφοροποιήσεις, είχε γραφτεί την περίοδο του φεστιβάλ για το sevenfilmgallery.
Σε λιγότερο από 15 μέρες θα τα λέμε στα γαλλικά πλέον.
Καλή χρονιά και πάλι με ωραίες εικόνες και στιγμές!!]

Friday, December 21, 2007

"My Blueberry Nights", του Wong Kar Wai


H Ελίζαμπεθ, ένας χωρισμός κι ένα ταξίδι ενδοσκόπησης χωρίς προορισμό, γεμάτο καπνούς, αλκοόλ και έρωτες μισούς.
Ένα ταξίδι ενάντια στο χρόνο που μας κάνει να ξεχνάμε, αλλά και μέσα στο χρόνο τον πανδαμάτορα, που γιατρεύει όλες τις πληγές.
Ταξιδι χωρίς σκοπό, σε μέρες φορτισμένες αλλά και ανέμελες και σε νύχτες με γεύση πότε στυφή και πότε γλυκιά. Στο δρόμο της θα συναντήσει έναν ιδιόμορφο καφεστιάτορα, τον Τζέρεμυ, έναν καθωσπρέπει καταπιεσμένο αλκοολικό με διαλυμένη καρδιά και μια νεαρή αλλαφροϊσκιωτη κοπέλα εθισμένη στον τζόγο. Μια διαδρομή ανάμεσα σε ανθρώπους, συναισθήματα, εθισμούς.
Άλλωσε και ο έρωτας τι άλλο είναι από εθισμός; Και οι σχέσεις τι άλλο από κράματα συναισθημάτων, διαθέσεων, ανασφαλειών;
Σ’ ένα τέτοιο αλληγορικό ταξίδι μας παίρνει γι’ ακόμα μια φορά ο ιδιοφυής Γουόνγκ Καρ Γουάι. Ο άνθρωπος που μας έβαλε στο «Chunking Express» και μας οδήγησε στο δωμάτιο «2046», ο άνθρωπος που πότισε τις οθόνες και τις καρδιές μας με «Ερωτική Επιθυμία». Αυτός ο δημιουργός που λατρεύει σχεδόν φετιχιστικά την εικόνα, που εξυμνεί υπόκωφα τον έρωτα, που δημιουργεί σύμπαντα τόσο αβάσταχτα μα και συνάμα τόσο βαθιά ερωτικά, που ζωγραφίζει με κάδρα και αποχρώσεις απαράμιλλης ομορφιάς.
Πορτοκαλοπράσινες αποχρώσεις που υπνωτίζουν, καδραρίσματα που προκαλούν το βλέμμα, αργή κίνηση της κάμερας που χορεύει γλυκά με την καρδιά.
Η ιστορία; Αυτή συνήθως, δεν έχει σημασία.
Αυτό όμως που έχει σημασία είναι το συναίσθημα. Αυτό το ιδιαίτερο συναίσθημα που δίνει ζωή στις εικόνες, που σε κάνει να βυθίζεσαι σ’ αυτό το ιδιόμορφο, ξεχωριστό σύμπαν που κάθε φορά δημιουργεί ο Καρ Γουάι. Και που εδώ, δυστυχώς, για πρώτη φορά, λείπει.
Για πρώτη φορά, ένιωσα θεατής και όχι συμμέτοχη σε αυτό που έβλεπα. Για πρώτη φορά, ένιωσα πως αυτό το προκλητικό, το κάθε φορά δικό μου σύμπαν δεν με καλούσε να βυθιστώ μέσα του γιατί του ήμουν, κατά κάποιο τρόπο, ξένη.
Ίσως έφταιγε η μεταφορά στον ανοιχτό χώρο, στην αχανή αμερικανική ενδοχώρα που δεν μπορούν εύκολα να κλειστούν τα συναισθήματα που πότιζαν τόσο ερωτικά τους τοίχους και τις ταπετσαρίες στα χαμηλά, στενά σπιτάκια του Χονγκ Κόνγκ του '60. Ίσως έφταιγε η μετατόπιση του βάρους από το κάδρο και τα πράγματα, στα πρόσωπα των γνωστών ηθοποιών. Δεν ξέρω.
Για πρώτη όμως φορά, ένιωσα ξένη στο ολοδικό μου σύμπαν των εμμονών, όπου άλλες φορές τα πράγματα, οι γωνιές, τα δρομάκια και τα χαμηλά φώτα αποκτούσαν ζωή και με καλούσαν συνωμοτικά να νιώσω τον έρωτα, την επιθυμία, το ανεκπληρωτο πάθος, την κρυφη ομορφιά της λεπτομερειας. Βγήκα από την αίθουσα μετέωρη, με μια περίεργη γεύση του ανολοκλήρωτου στον ουρανίσκο.

Ένας μήνας μετά, εκατομμύρια στιγμές και εικόνες μετά, κι όμως υπάρχουν ακόμα στιγμές και σκηνές που επίμονα με ακολουθούν -με ξυπνούν τα πρωινά και με νανουρίζουν κάποια βράδια.. Περίεργο. Απογοητευμένη λοιπόν, αλλά και συνάμα γοητευμένη χωρίς να το καταλάβω, περιμένω τη δεύτερη θέαση.

Monday, December 3, 2007

Ο βόσπορος του Nuri Bilge Ceylan






Οι ήχοι κι οι εικόνες του Fatih Akin


Ή το topkapi μέσα από τα μάτια του Jules Dassin





...και οι δικές μου εικόνες για ακόμα μια φορά -από κοντά.


Sunday, December 2, 2007

"Lust, Caution", του Ανγκ Λι

Στην κατεχόμενη από τους Ιάπωνες Κίνα του ‘40, όπου περιορίζονται οι αντιδράσεις και συνθλίβονται τα συναισθήματα, υποβόσκει μια συγκεκαλυμένη ένταση -όπως άλλωστε συμβαίνει σε κάθε περίπτωση κατάκτησης και κατοχής. Εξουσία και υποταγή. Ο κυρίαρχος που προσπαθεί να καταπνίξει τον πόθο -για ελευθερία, για συναίσθημα, για οτιδήποτε-, και αυτός που υπόγεια φουντώνει ψάχνοντας να βρει διέξοδο. Και συνήθως τη βρίσκει: στην αντίσταση, που με τη σειρά της θα φέρει την καταστολή. Ένα ακόμα δίπολο έντασης και πάθους, που δίνει την ευκαιρία στον πνιχτό πόθο να ξεχυθεί και να πλημμυρίσει τα πάντα, πνίγοντας με τη σειρά του αυτούς που θέλησαν να τον καταστείλουν.
Ο πόθος μπορεί να υποδηλώνει αγάπη, μίσος, έρωτα, φόβο, απέχθεια ή έλξη. Δεν έχει όμως σημασία τί είναι αυτό που κρύβει. Σημασία έχει τί είναι αυτό που αφήνει να διαφανεί. Τη στιγμή του πάθους αποκαλύπτονται όλα αυτά που πασχίζει να κρύψει η λογική. Πέρα από σκοπιμότητες, σχέδια και σκέψεις, υπάρχουν κάποιες στιγμές που ο πόθος ξεσκεπάζει τα πάντα. Με καταστροφικά, συχνά, αποτελέσματα και για τις δύο πλευρές.
Μια νεαρή αντιστασιακή φοιτήτρια κι ένας στρατηγός συνεργαζόμενος με τις δυνάμεις κατοχής. Μια νεαρή άβγαλτη ηθοποιός και ο έμπειρος σκηνοθέτης του ειδυλλίου τους. Ένα σχέδιο εξόντωσης και ένα μέσο εκτόνωσης. Προσποίηση και δεύτερες σκέψεις εκατέρωθεν, μέχρι που τα σώματά τους ενώνονται και ο πόθος συσκοτίζει τα πάντα. Οι ρόλοι δε θ’αλλάξουν, μα η ένταση θα αποκαλύψει πτυχές που πιθανόν να έπρεπε να έχουν μείνει ανέπαφες..
Ο πόθος απαιτεί την προσοχή σας.

Monday, November 26, 2007

Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου, κινηματογραφόφιλου εν Θεσσαλονίκη, 2007 μ.Χ.

[Αφού τέλειωσε αυτή η υπέροχη βδομάδα, έρχεται ένας άλλος λόγος για να πανηγυρίσουμε. Έχω επιτέλους σύνδεση internet στο σπίτι. Είναι σχεδόν συγκινητικό]



Το σπίτι μοιάζει βομβαρδισμένο από επέλαση ακατάστατων σινεφίλ (και μιας ακατάστατης οικοδέσποινας). Έφυγαν και οι τελευταίοι την Παρασκευή, αλλά το σπίτι ακόμα στην ίδια κατάσταση. Προγράμματα πεταμένα από εδώ και από εκεί, εικόνες ατάκτα πεταμένες μέσα στο μυαλό μου, στο πάτωμα και στον καναπέ. Το κεφάλι μου πρώτη μέρα μετά από μια βδομάδα συνεχόμενων ξενυχτιών και ατελείωτου τρεξίματος πονάει και ο λαιμός μου είναι ξερός. Και ο πυρετός ξανανέβηκε. Έχει και συννεφιά έξω, νιώθω μελαγχολικά. Όλη η Θεσσαλονικη δείχνει διαφορετική, ζαλισμένη μα γουργουρίζει ευτυχισμένη. Το χαμόγελο είναι ακόμα ζωγραφισμένο στο πρόσωπό μου. Να γιατί:

Παρασκευή 16/11
Πρωί πρωί με το αδιάφορο μελό του Zeki Demirkubuz "Πεπρωμένο" που θύμιζε ανησυχητικά πολύ Φώσκολο στις μαύρες του. Κάπου ανάμεσα εξαφανίζεται το πορτοφόλι μου και μια όμορφη περιπέτεια στις αστυνομίες και τις δημόσιες υπηρεσίες ξεκινά. Το βράδυ τελετή έναρξης. Ενθουσιασμός, μα φρικτή οργάνωση, πολύς κόσμος, στήσιμο στη βροχή (πρώτη επαφή με την πνευμονία), άχρηστα λόγια. Απολαυστική η παρακολούθηση μετά σχολίων. "My Blueberry Nights" από τον Γουονγκ Καρ Γουαι. Πανέμορφες για ακόμα μια φορά εικόνες μα γεύση στυφή. Δεν ένοιωσα την ερωτική επιθυμία που τόσα χρόνια μας είχε μάθει ο λατρεμένος δημιουργός και ένοιωσα ξένη σε ένα σύμπαν που κάθε φορά με καλούσε προκλητικά να βυθιστώ μέσα του.

Σάββατο 17/11
Αποθήκες, κόσμος και κακό, το φεστιβάλ βρίσκει τους ρυθμούς του. Ξεκινάει η μέρα με την "11η ώρα" ένα διδακτικό (και ολίγον δασκαλίστικο) ντοκυμαντερ για την οικολογική καταστροφή με εξαιρετικό soundtrack. Στη συνέχεια Μίκιο Ναρούσε, σε μια ταινία από το αφιέρωμα που έκανε το φετινό φεστιβάλ στον γιαπωνέζο δημιουργό, η μόνη που τελικά είδα στη διάρκεια του. "Τα τελευταία χρυσάνθεμα", που ανθίζουν σ'ένα ιδιότυπο σύμπαν παρακμής. Στο μεταξύ έρχεται το πρώτο κύμα φίλων, την ώρα που προβαλλόταν "Η άκρη του ουρανού" του Φατίχ Ακίν. Ένα από τα πιο δυνατά φιλμ του φεστιβάλ, βαθιά ανθρώπινο και συγκινητικό. Το βράδυ μεταμεσονύχτια προβολή στην κατάμεστη Φαργκάνη, με τους "Κλέφτες" του Μάκη Παπαδημητράτου να κερδίζουν πολλά χαμόγελα. Καταρρακτώδης βροχή (το κρύωμα δεν το γλιτώνα), τέσσερις άνθρωποι με μια ομπρέλα, η Τσιμισκή ποτάμι, στο dj set του Φατίχ Ακίν στο It's only δεν πέφτει καρφίτσα κι έτσι το Berlin είναι ιδανικός προορισμός μέχρι πρωίας.

Κυριακή 18/11
Τζον Μάλκοβιτς για πρωινό. Υπερβολικά πολύς κόσμος -ευτυχώς ήμουν από τους τυχερούς που μπήκαν- ένα απολαυστικό masterclass. Εντελώς sui generis, με ένα σαρδόνιο χαμόγελο και προσεκτικά επιλεγμένες απαντήσεις μ'έκανε να τον λατρέψω. Γυρνώντας προς το σπίτι, μια ηλιόλουστη Κυριακή με κατακόκκινα μπαλόνια σ'όλη τη Θεσσαλονίκη. Αιτία, το φιλμ "Le Ballon Rouge" του Albert Lamorisse, ένα από τα πιο γλυκά φιλμ που έχω δει ποτέ. Στο δρόμο μια αναπάντεχη συνάντηση κι μια ακόμα φιλοξενούμενη προστίθεται με συνοπτικές διαδικασίες στο ανήλιαγο σπιτικό μου. Στη συνέχεια, η ταινία από το διεθνές διαγωνιστικό "Τετάρτη, Πέμπτη πρωί" του Γκζέγκος Πάτσεκ από την Ουγγαρία, μια ιδιότυπη ερωτική ιστορία ανάμεσα σε δυο αντιδραστικά, δυσλειτουργικά παιδιά. Η μέρα τελειώνει με συνεχόμενες "ματιές στα βαλκάνια" με το ρουμανικο μικρου μηκους "Σωλήνας με καπέλο" του Ράντου Ζούντε και το αλβανικο "Μάο Τσε Τουνγκ" του Μπεσνίκ Μπίσα. Ο "Μάο" προέκυψε μια από τις πιο αγαπημένες μου ταινίες στο φεστιβάλ, με φασαριόζικους, εντελώς βαλακνικούς ρυθμούς που μου θύμισαν Κουστουρίτσα στα καλύτερά του και δηκτικό πολτικό σχόλιο που δεν χαρίζεται σε κανέναν. Το βράδυ το art house, σε χαλαρούς ρυθμούς, μας φιλοξένησε ιδανικά.


Δευτέρα 19/11
Πονοκέφαλος και πρώτα σημάδια πυρετού, αλλά το ξύπνημα παραμένει το ιδανικότερο των τελευταίων ημερών. Αλφόνσο Κουαρόν ενθουσιώδης, πολυλογάς, αξιολάτρευτος. Απαντούσε με ενθουσιασμό σε κάθε ερώτηση (και στη δική μου), δίνοντας παραλειπόμενα από ταινίες του και ενδιαφέροντα αποσπάσματα από την προσωπική του διαδρομή. Τρέξιμο στο μουσείο, για την ταινία του DigitalWave "Ερωτικά μαθήματα για επαναστατική δράση" του Νίκου Αλευρά, ένα χειροποίητο φαρσοειδές μανιφέστο πάνω στον έρωτα που κέρδισε πολλά χαμόγελα. Στη συνέχεια εγκατάσταση στην αίθουσα Παύλος Ζάννας, αρχικά με το εκπληκτικό, παρά τους εξαιρετικά αργούς ρυθμούς του, φιλμ του Κάρλος Ρειγάδας "Silent Light" για τα μικρά και μεγάλα θάυματα της ζωής, και στη συνέχεια με το μάλλον αδιάφορο "Η αγάπη όλα τα νικά" της Ταν Τσούι Μούι (και τα δύο από την ενότητα Ημέρες Ανεξαρτησίας).


Τρίτη 20/11
Μια μέρα με ωραίες ταινίες και λίγο πυρετό. Ξεκίνημα με Χόνας Κουαρόν (γιου του Αλφόνσο), "Η στιγμή σου" από το διεθνές διαγωνιστικό. Όμορφη, πρωτότυπη σύλληψη, ένα φωτογραφικό άλμπουμ που αποκτά ζωή και γίνεται ταινία. Από τις πολύ αγαπημένες μου στγιμές του φεστιβάλ. Ο Ντιέγκο Λούνα λίγο αργότερα, εκτός του ότι έκλεψε την καρδιά μου (όπως και πολλών γυναικών στη Θεσσαλονίκη) μας παρουσίασε την πρώτη του ταινία "Τσάβες" ένα ενδιαφέρον ντοκυμαντερ για τον μεξικανό πυγμάχο Χούλιο Σέζαρ Τσάβες. Μια έκπληξη ήρθε στη συνέχεια από την ΠΓΔΜ, με το φιλμ "Πάνω Κάτω" του Ιγκόρ Ιβάνοφ, που με κέρδισε με την πολύ καλή κινηματογράφησή της και την πρωτότυπη ανάπτυξή της και σίγουρα αξίζει μεγαλύτερης προσοχής. Τέλος, ο Τζέισον Ράιτμαν του "Thank you for smoking" επανήλθε φέτος δριμύτερος με το απολαυστικό "Juno". Η φετινή ανεξάρτητη feel good πρόταση της αμερικής είναι πραγματικά αξιολάτρευτη και διασκεδαστικότατη, παραμένει ανάποδη μέχρι τέλους και σε κάνει να ξεκαρδίζεσαι με τους καταιγιστικά κωμικούς ρυθμούς του.

Τετάρτη 21/11
Continental - Μια ταινία χωρίς όπλα του Στεφάν Λαφλέρ (Ημέρες Ανεξαρτησίας), μια ταινία που αγαπήθηκε πολύ στο φεστιβάλ και προσωπικά μου κέντρισε το ενδιαφέορν, θυμίζοντάς μου τον πολύ αγαπητό ιδιοφυή Ρόι Άντερσον. Στη συνέχεια μια επεισοδιακή προβολή με το πιο εκπληκτικό κινηματογραφικό γέλιο να έχει ξεκαρδιστεί δίπλα μου και στην οθόνη να παρακολουθώ το γλυκό και αληθινό "Valse sentinmentale" της Κωνσταντίνας Βούλγαρη από το διεθνές διαγωνιστικό. Ειλικρινές, χειροποίητο το βαλσάκι με παρέσυρε στο ρυθμό του. Το βράδυ ακόμα και τα γνωστά στέκια γέμισαν φεστιβαλιστές, που όμως έδωσαν ραντεβού γι' αργότερα στο πάρτυ του "Σινεμά" στο Θερμαϊκό.

Πέμπτη 22/11
Το σπίτι αδειάζει πριν ξαναγεμίσει, ο πυρετός ανεβαίνει και ο βήχας εντείνεται. Αδιαφορώ και κατευθύνομαι το πρώι προς τις αποθήκες να δω μια ταινία του αφιερώματος στον Γουίλιαμ Κλάιν. "Ποια είστε, Πόλι Μαγκού"; Δεν μάθαμε επακριβώς, αλλά κάναμε μια βόλτα στα άδυτα της βιομηχανίας μόδας μέσα από το ιδιότυπο δηκτικό βλέμμα του Κλάιν. Το βράδυ μια ακόμα πιο επεισοδιακή προβολή με τη "διόρθωση" του Θάνου Ανστόπουλου που έχει γίνει talk of the festival. Προσωπικά μάλλον με απογοήτευσε, αφού συγκέντρωνε όλα τα χαρακτηριστικά κλισέ του "ελληνικού σινεμα" που για χρόνια αντιπαθούσα. Το βράδυ στο Sante η παρουσία ήταν επιβεβλημένη -κι όχι άδικα. Στο παρτυ του τμήματος "Ημέρες Ανεξαρτησίας" πέρασαν άπαντες -φεστιβαλιστές και μη- και πέρασαν.. μεθυστικά υπέροχα μέχρι (πολύ) πρωίας.

Παρασκευή 23/11
Συζήτηση για το blogging και την κινηματογραφική κριτική. Αισιόδοξες και απαισιόδοξες απόψεις ακούστηκαν από το πάνελ, αναφορές στη λογοκρισία του τύπου και στην ελευθερία του διαδικτύου, φόβοι για ασυδοσία, χαρά για την ευκολία του μέσου. Στη συνέχεια, "Κόλπα" από την Πολωνία (ενότητα Μέρες Ανεξαρτησίας, σκηνοθεσία Αντρέι Γιακιμόφσκι). Ένα πολύ όμορφο φιλμ για την παιδική αθωότητα αλλά και τα γυρίσματα της τύχης, με δύο εκφραστικότους πρωταγωνιστές και ωραία αισθητική στην κινηματογράφηση. Μετά δοκιμάσαμε λίγο "Κους κους και φρέσκο ψάρι", όπως μας το σέρβιρε ο Αμπντελατίφ Κεσίς. Παρά τη μεγάλη του διάρκεια (σε σημεία ήταν πραγματικά κουραστικό), ο ουμανισμός του και ο ρεαλισμός που του προσέδιδε αξιοθαύμαστη αμεσότητα, έκανε αυτό το φιλμ πραγματικά ξεχωριστό, και παρά τη λιότητα και την απλότητά του δημιουργούσε έντονα και ειλικρινή συναισθήματα στο θεατή. Τέλος, τιμητική εκδήλωση για τον Γίρι Μένζελ, πρόεδρο της φετινής κριτικής επιτροπής και προβολή της πολύ καλής, νοσταλγικά κωμικής τελευταίας του ταινίας, "Υπηρέτησα τον βασιλιά της Αγγλίας". Για καληνύχτα, περάσαμε ως συνήθως στην απέναντι αποθήκη (την περίφημη αποθήκη Γ) για διασκέδαση σε βαλκανικούς ρυθμούς.


Σάββατο 24/11
Το φεστιβάλ πλησιάζει στο τέλος του, αλλά μια από τις καλύτερες ταινίες του φεστιβάλ ήρθε να διώξει τις κακές σκέψεις. PVC -1 του Σπύρου Σταθουλόπουλου από το διεθνές διαγωνιστικό. Πρωτόγνωρη ένταση, πραγματικά συναισθήματα, μοναδικό στήσιμο. Μια φιλήσυχη οικογένεια, μια επίθεση, μια γυναίκα-ζωντανή βόμβα και η αγωνιώδης προσπάθεια της οικογένειας να απαλλαγεί από το θάνατο που της φορτώθηκε. Κι όλα αυτά σε ένα και μοναδικό πλάνο 85 λεπτών. Απλά συγκλονιστικό τόσο ως σύλληψη (η ιστορία απλή, λιτή, ανθρώπινη, καταγράφει μέσα από ένα μικρό χρονικό τον άνθρωπο σε όλες του τις εκφάνσεις -βασισμένη μάλιστα σε αληθινά γεγονότα) και φυσικά όσο και ως προς την πραγματοποίησή της. Αξιοθαύμαστη, η μόνη ταινία που χωρίς μελοδραματισμούς και εξεζητημένους συναισθηματισμούς με έκανε να δακρύσω με τον ανθρώπινο ρεαλισμό της. Μετά, μια βουτιά στην "ανεξάρτητη" (και όχι μόνο) Αμερική με το πικρό μα αληθινό "The savages" της Ταμάρα Τζέκινς, το "Snow Angels" του Ντέιβιντ Γκόρντον Γκριν σε ένα σύμπαν παρακμής και σήψης και τέλος τη "Δολοφονία του Τζέσε Τζέιμς από το δειλό Ρόμπερτ Φόρντ" του Άντριου Ντόμινικ. Εκτός του ότι ήταν τρία πολύ δυνατά φιλμ, στα δύο τελευταία συμπρωταγωνιστούσε ο Σαμ Ρόκγουελ, ο οποίος τιμήθηκε από το Φεστιβάλ. Μετά το Snow Angels απάντησε κεφάτος στις ερωτήσεις μας, ενώ πιο σοβαρός δέχτηκε την τιμητική πλακέτα πριν από την προβολη του Τζέσε Τζέιμς. Η αποθήκη Γ ξανά μας υποδέχτηκε με κέφι, πριν φύγουμε γι' αλλού.


Κυριακή 25/11
Τελευταία μέρα, ξαφνικά χωρίς πυρετό. Πρώτη ταινία του Σέιλς που αξιώθηκα να δω στο φεστιβάλ, το φιλμ "Λιάνα" από τη δεκαετία του '80. Το σινεμά του Σέιλς (που είχα δει μονάχα στο Lone Star) μου κίνησε, έστω και καθυστερημένα, το ενδιαφέρον. Το βράδυ τελετή λήξης, τρυπώσαμε κι εμείς, βραβεία, λόγοι και κακό, μετά από 2 ώρες τέλειωσε η τελετή και άρχισε επιτέλους η ταινία. "The Darjeeling Limited" από τον λατρεμένο Γουές Άντερσον. Το γνωστό, εντελώς ιδιόμορφο, πάντα δυσλειτουργικό και φυσικά ολίγον τραγικό του σύμπαν, χωρίς δυστυχώς κάτι καινούργιο. Το βράδυ πάρτυ λήξης, που αλλού, στην αποθήκη Γ. Το δωρεάν ποτό δεν βοηθά στη σημερινή μου κατάσταση.

Δευτέρα 26/11
Νιώθω σαν να ξύπνησα από ένα όνειρο. Αυτό το μικρό ημερολόγιο, που δε χωρά ούτε τις μισές από τις στιγμές αυτού του φεστιβάλ, γράφτηκε καταρχήν για μένα. Για να θυμάμαι τους σταθμούς αυτής της υπέροχης, γεμάτης, επειδοσιακής βδομάδας. Φίλοι, γνωριμίες, ξενύχτια, ταινίες. Και όλα στον υπερθετικό βαθμό. Και του χρόνου.

Saturday, October 27, 2007

Νo internet connection. Τoo much work. Βrain fried.
Αλλά και δύο από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς εδώ και μια βδομάδα στους κινηματογράφους.

Sunday, October 14, 2007

"The Bourne Ultimatum", του Paul Greengrass

[contains spoilers]

Ενας κουρδιστος ανθρωπος - Ενας κουρδισμενος πρακτορας.
Δυο ταινίες πριν, ο νεαρος David Webb μεταμορφωνεται στον Jason Bourne. Εθελουσιως ή ακουσιως; Το ερωτημα παραμενει αλλα το αποτελεσμα επερχεται ετσι κι αλλιως: Ο ανθρωπος πεθαινει (ή τουλαχιστον βρισκεται εν υπνωσει) και ο αυτοματοποιημενος υπερπρακτορας γεννιεται. Bourne is born. Χωρις μνημη, αλλα με σχεδον υπερφυσικες ικανοτητες. Χαρη σε μια εκπαιδευση χωρις προηγουμενο, με μεθοδους που ποτε δε θα μαθουμε και που καμια επισημη αρχη ποτε δε θα παραδεχτει. Με αποστολες απροσδιοριστες, μυστικες και ακρως επικινδυνες. Για λογους ομως παντα ασαφεις. Τι κρυβεται πισω απο τους "ακρως απορρητους" φακελους και τι είναι αυτό που προσπαθεί εδω και τρεις ταινιες να ανασυνθεσει στη μνημη του ο Μπορν;
Πισω απο τους καταιγιστικους ρυθμους, τα αγχωτικα -αριστοτεχνικα παρουσιασμενα απο τον Greengrass- ανθρωποκυνηγητα, τις ασφυκτικες παρακολουθησεις των παντων, τους πυροβολισμους, τους διαξιφισμους αναμεσα σε "καλους" και "κακους", κρυβεται κατι περισσοτερο. Κρυβεται ενας ανθρωπος. Που δεν ειναι lifestyle πρακτορας προς τερψη, σαν τον James Bond. Για τον ηρωα του Matt Damon οι ανθρωπινες απωλειες, οι αποστολες, το κυνηγητο δεν γινεται στο ονομα καποιου ανωτερου "καλου" και εναντιον καποιου αορατου, απροσδιοριστου "κακου". Ο Μπορν, δεσμιος μιας αποφασης που δεν γνωριζει γιατι πηρε (και που ποτε εντελει δε θα μαθει) , βρισκεται εγκλωβισμενος σε μια σειρα κινησεων που δεν μπορει να ελεγξει.
Προσπαθει να ξεφυγει μαλλον απο συνηθεια. Αυτοματα, οπως σε καθε του κινηση, επιβιωνει ανασυροντας αναμνησεις. Ειναι μια πολεμικη μηχανη γιατι ετσι του εμαθαν. Και το θυμαται, εστω αμυδρα. Και δρα σαν αυτοματο. Eιναι ομως και ανθρωπος, γιατι ετσι γεννηθηκε. Και το θυμαται κι αυτο, κι ας προσπαθησαν να τον κανουν να το ξεχασει. Και αντιδρα και ως ανθρωπινο ον. Και προσπαθει να εκδικηθει, αλλα χωρις να ξερει τι εκδικειται. Νομιζει πως εκδικειται τον θανατο της φιλης του, αλλα στην πραγματικοτητα θελει να εκδικηθει το δικο του θανατο. Το θανατο του David Webb. Τη γεννηση του Jason Bourne.
Οταν λοιπον, μετα απο πολλες παρακαμψεις, θα φτασει επιτελους στον τοπο της μεταμορφωσης, της γεννησης του υπερπρακτορα, στην αρχη του -εκει που τον "κουρδισαν" και του αφαιρεσαν σχεδον την ανθρωπινη υποσταση, οταν θα ανασυνθεσει τις αναμνησεις και θα ξαναφτασει στην αφετηρια, εκει ακριβως θα μπορεσει να ξαναγινει ανθρωπος.
Και εκεινη τη στιγμη, τη μηδενικη, ενας πυροβολισμος θα τον οδηγησει σε ενα συμβολικο θανατο και μια βουτια θα τον οδηγησει σε μια κυριολεκτικη αναγεννηση μεσα απο το νερο: Jason Bourne is reborn και εμεις, οι θεατες μπορουμε επιτελους, λυτρωμενοι, να παρουμε μια ανασα. Οι "ταινιες δρασης" μολις αγγιξαν τη νεα τους κορυφη.

Monday, October 8, 2007

"Το άλλο δωμάτιο", του Αχιλλέα Παπακωνσταντή


Γεγονότα και μηνύματα. Πομποί και δέκτες. Θύτες και θύματα.
Αντίθετοι πόλοι, αντιφατικά κείμενα. Και ανάμεσα τους το μέσο: η εικόνα. Αυτή που καταγράφει το γεγονός ή που το παραμορφώνει, αυτή που μεταφέρει το μήνυμα, και αυτή που το διαμορφώνει συγχρόνως. Μπροστά από την οθόνη ο δέκτης και πίσω από αυτήν ο πομπός. Και ανάμεσά τους οι εικόνες, που αναπαριστώντας (αντικαθιστώντας) την πραγματικότητα και μεταδίδοντας (μεταμορφώνοντας) τα μηνύματα διαμορφώνουν τις συνειδήσεις. Συνειδήσεις που κατατάσσουν τόσο τους πομπούς, όσο και τους δέκτες: Παθητικοί καταναλωτές και (ή) ενεργοποιημένοι πολίτες. Εναλλασόμενοι και οι ρόλοι, ανάλογα με τη διάθεση και το βαθμό ενεργοποίησης και ευαισθητοποίησης. Ο θύτης γίνεται θύμα, ο ανακριτής γίνεται ανακρινόμενος, ο πομπός γίνεται δέκτης.
Δεν είναι απλά θέμα οπτικής. Είναι, κυρίως, θέμα αντίληψης της πραγματικότητας. Και, συνακόλουθα, συμπεριφοράς. Εθισμένοι, συνειδητά ή ασυνείδητα, να καταναλώνουμε εικόνες (τηλεοπτικές αλλά και κινηματογραφικές), υπάρχει πάντα η πιθανότητα (ο κίνδυνος;) να παρασυρθούμε από αυτές. Και να ξεχάσουμε οτι η πραγματικότητα μπορεί να βρίσκεται σ'ένα άλλο δωμάτιο, έξω από την οθόνη. Οτι τρέχει ανεξάρτητα από το πάτημα του κουμπιού του τηλεκοντρολ, οτι συχνά δεν είναι αποτυπωμένη σε φιλμ. Οτι η αλήθεια δε μοντάρεται και οτι η ζωή δεν προβάλλεται σε οθόνη, αλλά χορεύει σε ηλιόλουστους κήπους και φωνάζει στους δρόμους.
Μια ταινία που παίζει με τη διφορούμενη έννοια του "μηνύματος" χωρίς να επιχειρεί να διαμορφώσει απόψεις αλλά θέτοντας ερωτήματα και ένας δημιουργός που έχει την ευφυία να παίξει με το κοινό του χρησιμοποιώντας την εικόνα ως μέσο για να αναρωτηθεί για το ρόλο και την παντοδυναμία της..

[η μικρού μήκους ταινία "Το άλλο δωμάτιο" του φίλου συνblogger Αχιλλέα προβλήθηκε στο πλαίσιο του AZAshortfilmfestival στη Θεσσαλονίκη]

Tuesday, October 2, 2007

Νύχτες Πρεμιέρας - end titles


Κυριακή 29 / 9
Hallam Foe / Το ημερολόγιο ενός ρομαντικού ηδονοβλεψία
Ένας συμπλεγματικός έφηβος, πληγωμένος τόσο βαθιά από το μυστήριο θάνατο της μητέρας του, που αρνείται ουσιαστικά να ζήσει. Και έτσι επιλέγει να παρασιτήσει τρυπώνοντας στις ζωές των άλλων. Ένας ηδονοβλεψίας που παρακολουθεί για την ηδονή της παρακολούθησης και όχι για τη σεξουαλική ηδονή. Επιτηδευμένα αγριάνθρωπος, προσπαθεί να δυσκολέψει τη ζωή της μητριάς του, μα το μόνο που καταφέρνει είναι να μπερδέψει ακόμα περισσότερο την κατάσταση και να γεμίσει τον εαυτό του με ακόμα περισσότερες συμπλεγματικές ενοχές. Αφήνει ο σπίτι του, αφήνει την εξοχή του και μας δημιουργεί την ελπίδα πως θα μπορέσει να αφήσει πίσω του και τις πληγές του παρελθόντος. Όμως, φτάνοντας στο Λονδίνο, πετυχαίνει ακριβώς το αντίθετο: παθιάζεται με μια σωσία της χαμένης μητέρας του και μπλέκει σε μια δίνη που το “φυσιολογικό” δεν έχει θέση, φτάνοντας στα άκρα. Aυτός όμως θα αποδειχτεί τελικά και ο μόνος τρόπος για να μπορέσει να έρθει αντιμέτωπος με τους δαίμονές του και να τους διώξει μακριά. Αντιμετωπίζοντάς τους καταπρόσωπο θα καταφέρνει, επιτέλους, να κάνει το πολυπόθητο βήμα μπροστά. Ένα θέμα θεωρητικά δύσκολο, και ένας ψυχισμός σκοτεινός, όμως αυτό είναι ένα φιλμ γεμάτο ευαισθησία, φως και ανθρωπιά (και ωραίες μουσικές), που παρακολουθεί τον ήρωά του όχι με το ενοχικό βλέμμα ενός ηδονοβλεψία αλλά με το ειλικρινές ενδιαφέρον ενός φίλου.
*δημοσιεύτηκε με παραλλαγές στον Εξώστη

Sigur Ros: Heima / μια ταινία για τους Sigur Ros
Η μυστηριακές, σχεδόν μυστικιστικές μελωδίες των ισλανδών Sigur Ros εξηγούνται καλύτερα μόνο όταν ρίξει κανείς μια ματιά στον τόπο γέννησής τους: Το ηφαιστιογενές και παγωμένο αντιφατικό τοπίο της απομονωμένης Ισλανδίας μπορεί να διαφωτίσει, κάνοντας έτσι την ακρόαση των τραγουδιών τους μια συγκλονιστική εμπειρία. Μετά από μια σειρά επιτυχημένες συναυλίες σε όλο τον κόσμο το μουσικό συγκρότημα επέστρεψε στην πατρίδα του για να δώσει μερικές απρογραμμάτισετς, δωρεάν συναυλίες σε όλη την Ισλανδία. Κι εμείς, παρακολουθούμε σκηνές από τις συναυλίες με εμβόλιμα πλάνα από τα ισλανδικά τοπία, αποσβωλομένοι τις μελωδίες των οργάνων και των εικόνων. Εξαιρετικά καλαίσθητο και καλοδουλεμένο, ένα ντοκυμαντερ που μπορεί άνετα να παρακολουθηθεί τόσο από φαν του συγκορτήματος όσο και από μη μυημένους.

Teeth / Δόντια
Μια θεούσα νεανίς, ένας όρκος παρθενίας, ένας απροσδόκητος έρωτας και μια vagina dentate -ή ελληνιστί ..ένα οδοντωτό αιδοίο! Σε μια μικρή πόλη στην καρδιά της συντηρητικής Αμερικής, η έφηβη Ντον είναι πρότυπο αγνότητας και ευλάβειας, φροντίζει για τη βαριά άρρωστη μητέρα της και αποφεύγει διακριτικά τις επαφές με τον αδερφό της, ένα «ρεμάλι» με ακόρεστες σεξουαλικές ορέξεις. Στην ήρεμη πόλη τους όμως, τα πράγματα δεν είναι και τόσο ήρεμα και φυσιολογικά, μιας και ένα τεράστιο εργοστάσιο μολύνει, καθώς φαίνεται, με χημικά τον αέρα. Και το αποτέλεσμα; Μια ιδιόμορφη «μετάλλαξη» θα συμβεί στην Ντον. Και ο όρκος παρθενίας της από θεωρία θα γίνει πράξη -κυριολεκτικά. Ακόμα και όταν θα προσπαθήσει (ή θα προσπαθήσουν να την κάνουν) να τον παραβεί, η.. φύση της θα έχει άλλη άποψη. Και η αθώα και αγνή Ντον θα μεταμορφωθεί σε μια σεξουαλική γυναίκα-εκδικητή. Ένα teen splatter που θα έβαζε τον Φρόυντ σε σκέψη αλλά και που προσπαθεί (μέχρι ενός σημείου) να κάνει κοινωνικό σχόλιο στη θρησκοληψία και τη στενοκεφαλιά της συντηρητικής Αμερικής. Κέρδισε (επάξια) πολλά γέλια και χαμόγελα.. με δόντια.

Kυριακή 30/9
I’m not there
Μυστήριο τραίνο αυτή η ιδιόμορφη ταινία-αφιέρωμα στον Μπομπ Ντυλαν. Απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί ντοκυμαντερ (μάλλον ο Τodd Haynes επιλέγει να ειρωνευτεί το συγκεκριμένο είδος), αλλά από την άλλη ούτε πατά σταθερά τα πόδια του στη μυθοπλασία. Επτά χαρακτήρες, επτά ιστορίες, ένας άνθρωπος. Εμπνευσμένος, καθώς λεει, από «τα τραγούδια και τις πολλές ζωές του Bob Dylan» ο Haynes δημιουργεί επτά χαρακτήρες που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ακουμπούν στη ζωή του μεγάλου τραγουδοποιού :Ένας νεαρός νέγρος, ένας αυθάδης ποιητής, ένας μοναχικός καουμπόυ, ένας διάσημος ηθοποιός και ο διάσημος τραγουδιστής σε διάφορες εκδοχές. Να πω την αλήθεια μου, «Ντυλανική» δεν είμαι. Όχι γιατί δεν μου αρέσει η μουσική του, αλλά γιατί δεν την γνωρίζω καλά. Και νομίζω πως αυτή είναι μια ταινία που αφορά περισσότερο τους φαν του Ντυλαν, μια και είναι ολόκληρη μια αναφορά στη ζωή και στο έργο του: στα τραγούδια του, στους στίχους του, στα λόγια του, στις συνεντεύξεις του, στην καθημερινότητά του. Προσπαθούσα από εδώ και από εκεί να πιάσω το νήμα και να παρακολουθήσω κάτι για τη ζωή του πραγματικού Ντυλαν, αλλά ο σκηνοθέτης μου έβγαζε αυθάδικα τη γλώσσα και τραβώντας μου το σκοινί, με άφηνε μετέωρη να παρακολουθώ τις εικόνες και τις μουσικές και την απότομη μετάβαση από ιστορία σε ιστορία, καθώς τα κεφάλαια της ζωής και του έργου του Ντυλαν συμπλέκονταν μεταξύ τους.
Δεν ξέρω αν αυτή η ταινία μου άρεσε ή όχι. Γιατί είχε ένα περιεχόμενο που δεν μπορούσα να παρακολουθήσω. Όμως ένιωθα πως έβλεπα κάτι αλλόκοτα πρωτότυπο, που κατά ένα παράξενο τρόπο δεν με έκανε να βαρεθώ ούτε στιγμή και με έκανε να αναζητήσω τις μουσικές και τα κεφάλαια της ζωής του Ντυλαν που δεν γνωρίζω. Και ίσως μετά από ..μελέτη και εντατική ακρόαση, να το ξαναδώ.

Sunday, September 30, 2007

Νύχτες Πρεμιέρας Vol. II


[Δεύτερο κατεβατό, κι όποιος αντέξει..!]

Πέμπτη 27/9
Control, του Anton Corbijn
Ένα φιλμ για τον τραγουδιστή των Joy Division, Ian Curtis. Ένα φιλμ για ένα καταραμένο σύμβολο μιας ολόκληρης γενιάς. Ένα φιλμ όμως που δεν πραγματεύεται την καταραμένη ιστορία ενός μουσικού, αλλά την τραγική ιστορία ενός εγκλωβισμένου ανθρώπου. Ενός ποιητή πραγματικού, που τον έπνιξε ο μεσοαστισμός και η μετριότητα, που τον συνέθλιψαν οι συμβάσεις, που δεν τον χώρεσε η πραγματικότητα. Ενός ανθρώπου που δεν άντεξε την πραγματικότητα όχι γιατί δεν ήθελε, μα γιατί δεν μπορούσε. Δεν επεδίωξε την κορυφή, δεν επεδίωξε την ένταση, τη φήμη, την κατάρα για να γίνει διάσημος. Επεδίωξε την ηρεμία, την απλότητα, την καθημερινότητα –μια καθημερινότητα όμως που απλά δεν τον χωρούσε. Και τον διέλυσε. Κι έτσι, έχασε τον έλεγχο. Μόλις στα 24 του χρόνια. Η μαυρόασπρη φωτογραφία, η εκπληκτική ερμηνεία του Σαμ Ράιλυ (και η ανατριχιαστική ομοιότητα με τον Ίαν Κέρτις), η σωστή δραματουργική επεξεργασία μιας ιστορίας που στα λάθος χέρια θα είχε γίνει ένα δακρύβρεχτο μελό ή μια βαρετή βιογραφία/αγιογραφία, οι σκηνές ανθολογίας -όπως η "κατινίστικη" σκηνή του love will tear us apart- και, βέβαια, το εκπληκτικό soundtrack δεν αφήνουν περιθώρια αντίδρασης. Και όταν, στην τελευταία σκηνή, ο καπνός χαθεί στην ατμόσφαιρα υπό τους ήχους του atmosphere, ίσως μπορέσετε να επανέλθετε στην πραγματικότητα. Που όμως, θα είναι λίγο διαφορετική από πριν. Γιατί για ένα διώρο, you lost control.

Assasins: A Film Concerning Rimbaud, του Todd Haynes
Η περίφημη «μυστική προβολή» ήταν ένα αφιέρωμα στον επίκαιρο Todd Haynes (με το δικό του, πολυαναμενόμενο «I’m not there» θα κλείσουν οι φετινές νύχτες), με τρεις μικορύ μήκους ταινίες του. Το «Assassins: A Film Concerning Rimbaud », το «Superstar: The Karen Carpenter Story» και το «Dottie Gets Spanked». Όλο το «μυστήριο» γύρω από την προβολή, έγινε γιατί το Superstar είναι σε όλο τον κόσμο απαγορευμένο, επειδή ο Haynes πήρε χωρίς δικαιώματα τη μουσική των Carpenters για να ντύσει μουσικά την ταινία. Έτσι το να τη δει κανείς στη μεγάλη οθόνη είναι από σπάνιο εως αδύνατο (όπως μας είπε η παραγωγός του Haynes, Christine Vachon, επιλέχθηκε η Ελλάδα για αυτή την πολύ ξεχωριστή -και κατά βάση απαγορευμένη- προβολή, γιατί είναι ούτως ή αλλώς μια χώρα.. lawless!). Όλα αυτά βέβαια είναι τα μόνα που μπορώ να αναφέρω για την ταινία, συν το γεγονός οτι όλοι οι ρόλοι πάιζονται από κούκλες Barbie, μιας και εντέλει ..δεν την παρακολούθησα! Μετά την προβολή του Assasins, έφυγα για να προλάβω την επόμενη ταινία στο Δαναό.
Το «Assassins: A Film Concerning Rimbaud», είναι η πρώτη ταινία του Todd Haynes που γύρισε στα 20 του χρόνια, και είναι εμπνευσμένη από τη ζωή του Ρεμπώ και τη σχέση του με τον Βερλαίν. Παρουσιάζει αποσπασματικά σκηνές από τη ζωή του, με συνειδητά επιτηδευμένο, προκλητικά καλλιτεχνικό τρόπο, επενδεδυμένα με σύγχρονο soundtrack και μια κάποια «αιρετική» ματιά. Προφανώς γοητευμένος από τη βλάσφημη, αντιδραστική φιγούρα που τον συνοδεύει, ο Ηaynes αφιερώνει τις εικόνες του με λατρεία στον καταραμένο ποιητή. Μια ταινία που πιο πολύ αφορά τους φαν του σκηνοθέτη, μια και ως η πρώτη του προσπάθεια είναι σπάνια να τη βρεις στο πανί και πλέον συλλέκτικής αξίας. Σε κάποιες σεκανς μπορεί κανείς να ανγνωρίσει το βλέμμα του Todd Haynes όπως τον γνωρίζουμε αργότερα.

Once, του John Carney
Μια μουσική ταινία κυριολεκτικά διαφορετική από τις άλλες, ένα μιούζικαλ του δρόμου, ένα boy-meets-girl love story τόσο ίδιο μα και τόσο διαφορετικό από τα άλλα. Μια πραγματικά φρέσκια ταινία, μια ειλικρινά ανθώπινη ρομαντική ιστορία και μερικά τραγούδια που τρυπώνουν κατευθείαν στην καρδιά. Ανεπιτήδευτη, γλυκιά, αντισυμβατική, πρωτότυπη, απλή και ουσιαστική, η πιο αγαπησιάρικη (όχι όμως με τη γλυκερή έννοια) ταινία της χρονιάς. Στους δρόμους του Δουβλίνου, ένας περιπλανώμενος μουσικός και μια μετανάστρια που πουλάει λουλούδια θα ενώσουν ασυναίσθητα το ταλέντο τους στη μουσική, μέσα σε μια βδομάδα δημιουργικής (και όχι αμιγώς ερωτικής) συνύπαρξης. Οι νότες, τα βλέμματα, οι περιπλανήσεις, οι κουβέντες, η μουσική και τα συναισθήματα σ’ένα ζευγάρι που προσπαθεί να αρνηθεί τη χημεία του, όμως αυτή ξεπηδάει από την οθόνη μέσα από τις χειροποίητες, σχεδόν ερασιτεχνικές εικόνες του John Carney και την ιδιαίτερη μουσική των Frames. Για αθεράπευτα ρομαντικούς αλλά και για κυνικούς, η feel good έκπληξη της χρονιάς που δεν ήθελα να τελειώσει.

Παρασκευή 29/9
Υπέροχη ζωή / Life can be so wonderful
Ένα οπτικοποιημένο ποίημα με πέντε στροφές –αυτός θα ήταν ένας λυρικός τίτλος για την πρώτη ταινία του Minorikawa Osamu. Βέβαια αυτό προϋποθέτει πως το ποίημα μπροεί να «διαβαστεί» και από αδαείς και μπορεί να αποκωδικοποιηθεί από τον ανυποψίαστο θεατή. Το συγκεκριμένο φιλμ, αποτελείται από πέντε κεφάλαια-ταινίες μικρού μήκους, που πραγματεύονται την καθημερινότητα διαφορετικών ανθρώπων στη σύγχρονη (;) Ιαπωνία, επικεντρώνοντας στις μικρές λεπτομέρειες που -θεωρητικά- χρωματίζουν τη ζωή. Εντέλει, η λυρικότητα του γίνεται κουραστική, και η απλότητά του μοιάζει απλοϊκή.

Το σκάφανδρο και η πεταλούδα
/ Le scaphandre et le Papilion
Ε, S, A, R, I, N, T... Κάποιες φορές ο κόσμος έρχεται ανάποδα με τέτοιο τρόπο που ακόμα και τα γράμματα της αλφαβήτου πρέπει να διαβάζονται διαφορετικά. Όπως ακριβώς συνέβη με την εξωπραγματική -όμως πέρα για πέρα αληθινή- ιστορία του Ζαν Ντομινίκ Μπομπί: Πριν 10 περίπου χρόνια, μετά από εγκεφαλικό, ο αρχισυντάκτης του γαλλικού “Elle” έμεινε απολύτως παράλυτος, όμως με πλήρη πνευματική και διανοητική διάυγεια και με μόνη του δυνατότητα να κουνάει το ένα του βλέφαρο. Κι όχι μόνο έζησε για κάμποσο καιρό σε αυτή την κατάσταση, καταφέρνοντας να επικοινωνήσει με τους γύρω του, αλλά έγραψε και αυτοβιογραφικό βιβλίο –με τη βοήθεια πάντα ειδικών γλωσσολόγων και λογοθεραπευτών που δημιούργησαν έναν ειδικό κώδικα επικοινωνίας μαζί του.
Έχοντας μια φυσική απέχθεια σε «ταινίες νοσοκομείου» (η βαριά ανάσα που ακούγεται μέσα από τους σωλήνες της τραχειεκτομής και οι εγχειρήσεις στα μάτια είναι κυριολεκτικά οι χειρότεροι εφιάλτες μου) και στα δακρύβρεχτα μελό, πήγα να δω την ταινία περισσότερο από περιέργεια και χωρίς μεγάλες προσδοκίες. Και προέκυψε τελικά μια από τις καλύτερες ταινίες του φεσtιβάλ. Με εκπληκτική σκηνοθεσία, βλέποντας τον κόσμο μέσα από τα μάτια του παράλυτου πρωταγωνιστή, και με πολύ σωστή διαχείριση της ιστορίας ωστε να μην γίνεται παρατραβηγμένο μελό, ο Julian Schnabel γύρισε μια πραγματικά ξεχωριστή ταινία –ύμνο στη ζωή. Ξεκινώντας την ιστορία του εγκλωβισμένος μέσα σ’ένα «σκάφανδρο» που τον βύθιζε όλο και πιο βαθειά μέσα στην άβυσσο την ανυπαρξίας ο Ζαν-Ντο Μπομπί βρήκε την ψυχική δύναμη -με την κατάλληλη αρωγή- να κρατηθεί απ’ο,τι ανθρώπινο είχε μέσα του και να μετατρέψει το αβυσσαλέο σκοτάδι που τον έπνιγε (η πρωτη κουβέντα που κατάφερε να εκφράσει ήταν «θέλω να πεθάνω»), σε μια πεταλούδα, που ταξίδευε με τη φαντασία του σε μέρη φωτεινά. Χωρίς να εκβιάζει το συναίσθημα, το δάκρυ, τον οίκτο του θεατή, χωρίς να σε τραβάει από το χέρι για να σου δώσει το χαρτμάντηλο της συγκίνησης ή ..το πλακατ υπερ της ευθανασίας, το «Σκάφανδρο και η πεταλούδα» είναι μια ταινία βαθιά ανθώπινη, που σου δίνει τελειώνοντας μια παράδοξη αλλά ολοκληρωτική αίσθηση αισιοδοξίας. Υπέροχο και το soundtrack.

Ζώνη άμυνας / La zona
Κοινωνική αλληγορία, φουτουριστικό θριλερ και υπαρξιακή αγωνία στη «ζώνη άμυνας». Στην καρδιά μιας πάμφτωχης (παραγκού)πολης του Μεξικό βρίσκεται η «La Zona»: περίκλειστη, μ’ενα τείχος να τη χωρίζει από τον κόσμο, είναι μια «προνομιούχος» περιοχή, ένα πλούσιο προάστιο που ζει με την ευτυχία και την κατάρα της απομόνωσής του. Κάμερες σε κάθε γωνιά του τείχους, εσωτερική αστυνόμευση και φαινομενική ηρεμία. Μέχρι που μια νυχτερινή καταιγίδα δημιουργεί μια ρωγμή στον τοίχο -και οι πρώτες ρωγμές αρχίσουν να δημιουργούνται και στην «ιδανική» πολιτεία της Ζώνης. Ένα πλήθος από εξαγορασμένες, ένοχες συνειδήσεις προσπαθούν να κρύψουν μια αλήθεια βουτηγμένη στο αίμα, να κρύψουν όπως όπως κάτω από τα παχιά χαλιά τις βρωμιές τους και να εξαφανίσουν τα πτώματα μέσα στο ιλλουστρε περιτύλιγμα. Όταν η αυτοπροστασία μετατρέπεται σε αυτοδικία και η αίσθηση ασφάλειας σε απειλή εγκλεισμού, τότε έχετε εισέλθει στη la zona. Ο κίνδυνος μεταμορφώνει τους φιλήσυχους πολίτες σε αιμοδιψή θηρία και ο φόβος απώλειας των κεκτημένων ξυπνά τα πιο άγρια ένστικτα, σ’ενα ζοφερό κυνήγι μέχρι τελική πτώσεως. Πανέξυπνη η κεντρική ιδέα και δυνατή η αλληγορία, υπάρχουν όμως κάποια μικροπροβλήματα στην ανάπτυξη της ιστορίας που σε στιγμές μπερδεύουν και κουράζουν το θεατή. Μια συνολικά όμως πολύ καλή ταινία, που αξίζει προσοχής (και διανομής).

Thursday, September 27, 2007

Νύχτες Πρεμιέρας

[Aρκετές οι ταινίες από τη Δευτέρα που ήρθα.. Ορίστε ένα κατεβατό με αυτά που είδα ως τώρα]


Δευτέρα 25/9
Πρώτη μου μέρα στις Νύχτες Πρεμιέρας, στις οποίες κατέφθασα ενθουσιώδης αλλά ολίγον άτυχη -Το μεν πνεύμα πρόθυμο η δε σαρξ ασθενής! Με λίγο πυρετό, φτερνίσματα και πολλά χαρτομάντηλα (και λόγω συγκίνησης) κατάφερα να παρακολουθήσω μόλις μία προβολή, αλλά πολύ αναμενόμενη: Η «Εξιλέωση» (Atonement) του Τζο Ραϊτ, βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Ίαν ΜακΓιουαν, που άφησε πολύ καλές εντυπώσεις στην πρόσφατη Μόστρα της Βενετίας τόσο για τη σκηνοθεσία της όσο και για την ερμηνεία της Κίρα Νάϊτλι.
Στη Βρετανία της δεκαετίας του ’30 ένας έρωτας ανθίζει μέσα στο πλουσιόσπιτο των Τάλις, ανάμεσα στον καλής ανατροφής αλλά φτωχής καταγωγής γιο της οικονόμου Ρόμπι (Τζεϊμς ΜακΑβοι) και την μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας, Σεσίλια (Κιρα Ναϊτλι). Όμως, πίσω από τα κλειστά παράθυρα και τις γερμένες πόρτες, τους παρακολουθεί άγρυπνο το βλέμμα της μικρής αδερφής Μπράιονι, με την καλπάζουσα φαντασία και τον κρυφό πόθο της για τον Ρόμπι να την οδηγούν σε μια καταστροφική επιλογή: Ο Ρόμπι βρίσκεται στη φυλακή και μετέπειτα στην πρώτη γραμμή του πολέμου, η Σεσίλια απομένει μόνη της αναμένοντας στωικά την επιστροφή του, και η μικρή Μπράιονι βυθίζεται στις τύψεις της για την πράξη της και στην ανάγκη της για εξιλέωση, προσπαθώντας, χωρίς αποτέλεσμα, να ξεπλύνει το αίμα από πάνω της (μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά σε μερικές πολύ όμορφες αλληγορικές στιγμές). Το προσωπικό δράμα τριών ανθρώπων, οι λάθος επιλογές, οι στιγμές εκείνες που δεν μας αφήνουν να προχωρήσουμε μπροστά ή αυτές που μας δίνουν δύναμη να συνεχίσουμε όταν όλα δεχνουν μάταια, η τύψεις, το πάθος, το μίσος, ο έρωτας και η ενοχή μπερδεμένα μέσα στη δίνη και στον παραλογισμό του πολέμου.
Το έργο, συνολικά, δεν καταφέρνει να απογειωθεί ολοκληρωτικά (παρά μόνο σε κάποιες μεμονωμένες σκηνές), ενώ προσωπικά δεν με έπεισε η χημεία των πρωταγωνιστών. Αξιοσημείωτη είναι όμως η φωτογραφία και η σκηνοθετικη μαεστρία του Τζο Ράιτ (δεν θα εκπλαγώ καθόλου αν βρεθει στις υποψηφιότητες για Οσκαρ), ειδικά στις υπερβατικές, λυρικές και ταυτόχρονα σκληρές σκηνές της αποχώρησης από το Dunkirk που πραγματικά αφήνουν το θεατή με ανοιχτό το στόμα. Στην πολή όμορφη τελική σεκάνς, νιώθεις με κάποιο τρόπο την «εξιλέωση» που αναζητά η Μπράιονι, αλλά το συνολικό αποτέλεσμα δεν φέρνει τελικά την πολυπόθητη λυτρωση για το θεατή.

Τρίτη 26/9
Zoo
Ένα θέμα ταμπού. Ένας θάνατος που απασχόλησε τα ΜΜΕ της Αμερικής πριν κάποια χρόνια. Και ένα ντοκυμαντερ που επικεντρώνει στο συγκεκριμένο θέμα, αποφεύγοντας την ηθικολογία -αλλά και σε στιγμές ακόμα και το θέμα του το ίδιο.
Η κτηνοβασία είναι αναμφίβολα ένα θέμα που δύσκολα αγγίζεται. Και δύσκολα δείχνεται. Και, ακόμα πιο δύσκολα, κρίνεται. Έτσι, το συγκεκριμένο «ντοκυμαντερ» αποφεύγει έμμεσα να κάνει οτιδήποτε από τα τρία. Ή μάλλον, επιδιώκει μόνο να αγγίξει το ζήτημα. Χωρίς όμως να δείξει, ούτε να σχολιάσει. Υπαινίσσεται. Συμβάντα, σκηνές, απόψεις, θέσεις. Καταγράφει τις εμπειρίες πρωταγωνιστών της συγκλονιστικής ιστορίας (ένας άνθρωπος πέθανε από εσωτερική αιμοραγία μετά τη συγκεκριμένη πράξη), με τρόπο αποσπασματικό, μέσα από εμβόλικα λυρικά πλάνα, ανάμεσα σε γεγονότα. Η ταινία, είναι η αλήθεια, φαίνεται να στερείται προσανατολισμού (αν βέβαια θεωρήσουμε οτι χρειάζεται). Παρουσιάζει όμως ένα θέμα δύσπεπτο και δύσκολο. Επειδή δεν κρίνει, μου είναι δύσκολο να την «κρίνω» κι εγώ. Απλά παρακολούθησα. Κι έμεινα μ’ένα μεγάλο ερωτηματικό, μετέωρη ανάμεσα στο «σωστό» και το «λάθος» κι ακόμα πιο σαστισμένη σ’αυτό το δυσπρόσιτο ταμπού.

Broken English, της Zoe Cassavetes
Το ύφος των ταινιών «Πριν το Ξημέρωμα» και «Πριν το ηλιοβασίλεμα» τείνει πλέον να γίνει σχολή. Άλλη μια ταινία λοιπόν που έρχεται με αντίστοιχες συστάσεις από το φεστιβάλ του Sundance, και πρόκειται για την πρώτη σκηνοθετική προσπάθεια της κόρης του John Cassavetes. Βέβαια λίγη -έως καμία- σχέση έχει με το σινεμά του πατέρα της. Καταπιάνεται με μια ανάλφρη κομεντί, πράγματι στο στυλ των προαναφερθεισών ταινιών, και η αλήθεια έιναι πως διαχειρίζεται καλά το θέμα της. Η ιστορία απλή και συνήθης: μια νευρωτική νεοϋορκέζα, (πολλές) αποτυχημένες σχέσεις, κρίσεις πανικού, χαμηλή αυτοπεποίθηση, αυτολύπηση. Μέχρι που εμφανίζεται ένας υπέροχος Γάλλος, που με τα «σπαστά αγγλικά» του και το ανάλαφρο και αλαφροϊσικωτο (μα τόσο ρομαντικό) στυλ του, θα της κλέψει την καρδιά και θα τη βάλει πάλι στο πιχνίδι της ζωής και του έρωτα. Τίποτα περισσότερο, αλλά και τίποτα λιγότερο από αυτό. Ένα ευχάριστο, αθεράπευτα ρομαντικό δίωρο, με όμορφο ρυθμό, ένα υπέροχο (πάντα!) Παρίσι, έναν ερωτεύσιμο πρωταγωνιστή κι ένα ζευγάρι με καλή χημεία. Μια καλή, δοκιμασμένη συνταγή για το πρώτο βήμα της (συμπαθέστατης, όπως αποδείχθηκε από αυτά που μας είπε στην αίθουσα) Zoe. Με πιο «σοβαρό» υλικό, δείχνει πως έχει κι άλλες δυνατότητες. Για την ώρα, οι ρομαντικές ψυχές σπέυσατε, μιας και τείνουν να εκλείψουν πλέον οι γνήσια ρομαντικές καλοστημένες ιστορίες.

Τετάρτη 27/9
Waitress, της Adrienne Shelly
Μια δραματική κομεντί με πρωταγωνίστρια μια δυστυχισμένη, καταπιεσμένη κοπέλα του αμερικάνικου νότου και ..τις πίτες της. Η Τζένα είναι εγκλωβισμένη σ’έναν αποτυχημένο γάμο με το βίαιο, καταπιεστικό άντρα της να μην την αφήνει να πάρει καμία πρωτοβουλία και να επιδιώκει να την κρατά κλειδωμένη στο σπίτι. Η μόνη της διέξοδος είναι η δουλειά της, ως σερβιτόρα σ’ένα ημιπαρακμιακό diner της περιοχής, όπου δημιουργεί θεσπέσιες πίτες, εμπνευσμένες από τα καθημερινά της προβλήματα. Η μoναδική της ελπίδα να ξεφύγει από αυτό το καταπιεστικό περιβάλλον είναι να το σκάσει, μαζεύοντας (κρυφά από τον άντρα της) λεφτά για να συμμετάσχει στον εθνικό διαγωνισμό πίτας, μέχρι που μένει (χωρίς να το επιδιώκει) έγκυος και ερωτεύεται τον νέο της γυναικολόγο. Παρά τους εύθυμους τόνους και τη γλυκερή ατμόσφαιρα, πρόκειται κατά βάση για ένα δράμα, που βασίζεται σε μια κλασική συνταγή, ανακατεύει όμως με πρωτότυπο τρόπο τα υλικά του και αφήνει τελικά μια γλυκόπικρη, πρωτόγνωρη γεύση. Και παρά το φαινομενικά «νόστιμο» happy end, την τελευταία μπουκιά αυτής της πίτας μπορεί να την καταπιείτε πιο δύσκολα: όλοι οι ήρωες εντέλει έχουν συμβιβαστεί, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, στο καλύτερο δυνατό και όχι στο καλύτερο συνολικά... “I’m happy enough. I don't expect much. I don't get much, I don't give much. I generally enjoy whatever comes along. That's my answer for you, summed up for your feminine consideration. I'm happy enough”.

Παρανοϊκή αγάπη / Crazy love των Dan Klores, Fisher Stevens
Ένα ντοκυμαντερ για μια πραγματικά «παρανοϊκή» για τα καθημερινά δεδομένα αγάπη, που απασχόλησε τα αμερικάνικα Μ.Μ.Ε από τη δεκαετία του ’50 μέχρι και σήμερα Ένα πάθος που παρά τα σκαμπανεβάσματα και τα πρωτοφανή περισταστικά που συνέβησαν μεταξύ του ζευγαριού παραμένει ζωντανό μέχρι σήμερα, αποδεικνύοντας με τον καλύτερο τρόπο οτι ο έρωτας είναι πράγματι.. τυφλός. «If I can’t have you, then nobody can” είναι η σκέψη - κινητήριος άξονας αυτής της εμμονής, που αφήνει τον ανυποψίαστο θεατή με ανοιχτό το στόμα. Αμοιβαίες εξωσυζυγικές σχέσεις, βίαιες επιθέσεις (με τραγικα αποτελέσματα), φυλακίσεις, πρωτοσέλιδα, «παρανοϊκές» επανασυνδέσεις. Δύο τρελοί κι ένας έρωτας φυσιολογικός.. Ή μήπως ο Μπερτ και η Λιντα είναι «φυσιολογικοί» και ο έρωτας τους τρελός; Ένα ντοκυμαντερ που βασίζεται στη δύναμη του θέματός του, αλλά είναι λίγο διεκπεραιωτικό ως προς την κατασκευή του.

Black sheep, του Jonathan King
“The violence of the lambs” θα μπορούσε να είναι ο υπότιτλος αυτής της ταινίας, που μόνον ο όρος “Frankensheep” είναι ικανός για να σας εισαγάγει στην παράνοιά του: Γενετικώς μεταλλαγμένα πρόβατα, που διατηρώντας το αθώο «αρνάκι-άσπρο-και-παχύ» παρουσιαστικό τους, μεταμορφώνονται εσωτερικά σε ανηλεή σαρκοβόρα τέρατα που επιτίθενται και κατασπαράζουν ο,τι κινείται, μετατρέποντας συγχρόνως (o,τι απομένει από) αυτό σε σαρκοβόρο πρόβατο. Ένα σπλάτερ με πρόβατα λοιπόν, για τους φαν του είδους (του σπλάτερ, όχι των προβάτων). Πολύ πρωτότυπη η κεντρική ιδέα και έξυπνη η αποτύπωσή της, μιας και τα πρόβατα διατηρούν το άκακο και αθώο ύοφς τους καθ’όλη τη διάρκεια της ταινίας, κι έτσι ο αιφνιδιασμός της πρωτοφανούς επιθετικής τους φύσης πετυχαίνει κάθε φορά, αν και το στορυ δεν αναπτύσσεται και δεν εξελίσσεται καθόλου. Όχι πως χρειάζεται κάτι περισσότερο μια τέτοιου είδους ταινία, αφού το fun της διατηρείται στο ακέραιο. Τα σχόλια για τα ενδοοικογενειακά προβλήματα, την παρέμβαση του ανθρώπου στη φύση και για τη βιοηθική σαφώς και (μπορούν να) μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα. Ο σκοπός του έργου επιτυγχάνεται στο έπακρο (αν και εξαντλείται εκεί) στις σκηνές ανθολογίας με τα τεράστια κοπάδια από αφράτα, πανάγαθα πρόβατα να κατεβαίνουν απειλητικά το λόφο με επική μουσική υπόκρουση εκστρατείας. Μπεεεεε!
*Δημοσιέυτηκε με παραλλαγές στον Εξώστη